βινιέτα

Σπανίως είχες άδικο, αφού μιλούσες λίγο. Και μιλούσες λίγο διότι έβγαινες λίγο. Αν θα έβγαινες, άκουγες και κοιτούσες. Θα έχεις πάντα δίκιο, εφόσον πια δεν μιλάς καθόλου. Για να πω την αλήθεια μιλάς ακόμα σε εκείνους, όπως εγώ, που σε ξαναζωντανεύουν και σε ρωτούν. Ακούμε τις απαντήσεις, και μέσα από αυτές θαυμάζουμε τη διάνοιά σου. Εάν όμως τα γεγονότα, διαψεύσουν τις συμβουλές σου, κατηγορούμε τους εαυτούς μας που δεν τις...

Τα ράφια στο μαγαζί δεν είχαν κανένα προϊόν με σύντομη ημερομηνία λήξης. Υπήρχαν μακαρόνια, ρύζι, πελτές, αλεύρι, ζάχαρη, όσπρια, χαρτί υγείας, ζαμπονάκια και λάντσιον μητ στα ράφια, και μπισκότα και σοκολάτες στον πάγκο. Μπαίνοντας στο χωριό, ο Κώστας είχε προσπεράσει ένα χορταριασμένο κι έρημο γήπεδο του μπάσκετ με σκουριασμένες μπασκέτες χωρίς δίχτυ, ένα καταχτυπημένο παλιό TOYOTA που ίσα που άφηνε χώρο για να περάσει άλλο αμάξι από τον στενό μοναδικό...

Η μυρμηγκόσυρμη εξηγούνταν από ένα κολοβό σκοτωμένο σαμιαμίδι πίσω από τη γλάστρα με τις ορτανσίες. Συνέβαιναν πολλά και θαυμαστά στο ερημωμένο σπίτι στο Σκριπερό[1]. Τα φαντάσματα ζούσαν σαν κανονικό αντρόγυνο – αν βέβαια είχες μάτια να τα δεις. Κι όμως, το προπολεμικό αμάξι τους έπαιρνε μπρος από μια σκουριασμένη μανιβέλα καρφωμένη ανάμεσα στους ολοστρόγγυλους φανούς. Το κλάξον στρίγκλιζε και μια πηχτή καφετιά κάπνα εξωθούνταν με βία από το χωνί της  εξάτμισης....

Σε τούτο το tableau vivant, ελκόμαστε όλοι απ’ το λάκκο μας. Scroll down. Αυτή η κατεβασιά, η όδευση προς τη βάση μας για την οποία μάλλον πρόκειται, δεν υστερεί σε τίποτα μιας πτώσης ηλικιωμένου στα πλακάκια του μπάνιου του. Δεν είναι σκηνοθετημένη, μα δεν τη λες και ακούσια. Αφού σωριαστεί, συστρέφεται ο μεγάλος άνθρωπος. Η οικογένεια, για να δείξει ομοιογένεια, απ’ τις μασχάλες προσπαθεί να τον σηκώσει. Επικρατεί εκνευρισμός. Ανθίσταται...

Ήταν ακόμα Κυριακή. Έβρεχε. Καθόμασταν κάτω απ’ το υπόστεγο που σκέπαζε  ένα κομμάτι του αρχαίου δρόμου κι όπως ακούμπησες το χέρι σου στο κιγκλίδωμα, πρόσεξα ένα κόκκινο σημάδι στο πάνω μέρος της παλάμης, σαν δάγκωμα σκυλιού ή σαν παλιό έγκαυμα. Δεν σε ρώτησα τίποτα. Βράδιασε πολύ γρήγορα, σε λίγα λεπτά ο δρόμος σκοτείνιασε κι ο χειμωνιάτικος ουρανός εξαφανίστηκε. Περιμέναμε να περάσει η μπόρα. Με βλέμμα ανυπόμονο παρακολουθούσαμε τις χοντρές σταγόνες...

Είναι οι στροφές του χόρτου, στροφές του βάτου. Πολλές δηλαδή και χρυσές, με ρίζες χρυσές. Κι όσο έρχεσαι, απομακρύνεσαι. Το τέλος του δρόμου είναι ενδεικτικό. Το δωμάτιο είναι πενιχρό καθώς πρέπει. Μια ολόκληρη γωνία από ανέμους και τα σκαληνά τριγωνάκια των γύρω αυλών. Οι άνεμοι αφήνουν εγκύους τις κουρτίνες. Οι οικογένειες είναι μουγκές˙ θέλεις το απόγευμα να περάσεις από μπροστά τους, να δεις από κοντά πώς είναι μια μουγκή οικογένεια....

Ορισμός του ξένου Μη μέλος ομάδας. Επισκέπτης, φιλοξενούμενος, ή το στήθος που στιγμιαία αγγίζει το μπράτσο σου στον υπόγειο. Αυτός που δεν έχεις συναντήσει αλλά πήρε την κουνιστή πολυθρόνα που άφησες στην ανακύκλωση και κουλουριάστηκε μέσα της κλείνοντας τα μάτια. Αυτός πίσω σου, που στέκεται στην ουρά για νερό, ουίσκι, ή ελιξήριο. Αυτός που μπαίνει στο διαδίκτυο την ίδια στιγμή απ’ το πολυκατάστημα Home Depot στη Λίμα. Ή ψάχνει τον...

Επέλαση της γεωμετρίας την νύχτα Η θάλασσα κάθετη σαν βροχούλα – επελαύνει όμως πάντα το αδύνατο.   Άβυσσος η ρουτίνα στην αϋπνία – χαράδρα η επανάληψη όμως στον ύπνο.   Πότε θα ελευθερωθώ απ’ την προσδοκία – πότε θα ελευθερωθώ απ’ το νερό.   Περπατώ ακίνητος, μόνος και μόνος με μια ρομφαία από ύπνο.   Μόνος είναι μια αδύνατη λέξη. Πόνος είναι ένα αδύνατο σώμα. Περισπωμένη Αυτό το σύννεφο που...

επιτύμβια αυτή η ελιά αγαπήθηκε πολύ από ανθρώπους που δεν είχαν ησυχία   εδώ βρίσκεται μία λίμνη λίμνη είναι επειδή δεν σκέφτηκε ποτέ   εδώ βρίσκεται ένα δέντρο δέντρο σημαίνει «μόνο του»   για τα ποτάμια δεν υπάρχουν επιτύμβιες στήλες η φρίκη τους είναι δική μου   επιθυμία καδραρισμένη απ’ τον ορίζοντα μόλις κολύμπησα η γεωμετρία του ελλείμματος αν αφαιρέσεις την πληρότητα μιας υπόσχεσης είναι ένα οποιοδήποτε ημικύκλιο σαν προφίλ...

Αδυνατείς να γράψεις. Εκτός κι αν μόνον το ποίημα επί χρόνια έχει συμβεί. Ή πριν από χρόνια, έστω για μια στιγμή. Γεννιέσαι κι ο πατέρας δε σε θέλει, σε φοβάται. Παίρνει τηλέφωνο ο αγαπημένος. Ταυτοχρόνως, μια μύγα, μια υπερμεγέθης μύγα μπαίνει στο χώρο. Θέλει να σου μιλήσει εκείνος, να σου πει. Είναι κάτι σημαντικό. Του αναφέρεις ότι έχει μπει μια μύγα και πρέπει πρώτα να τη διώξεις; Ή προσπαθείς (με...

Αμίλητοι ρόλοι Ενίσταμαι. Κι όταν ενίσταμαι χρεωμένος έρχεται χρόνος και μου βάζει στο στόμα χάλκινες τρομπέτες και πιπέρι. Να θεμελιώσω, λέει, δικαίωμα πρώτα. Στην ευθεία του εαυτού μου. «Συνέχισε, θα βρεις το πρόσωπό σου και θα το σημαδέψεις. Θα είναι πικρό και θα γυαλίζει. Ρίχ’ του λεμόνι, ρίχ’ του στα ψαχνά, να καταλάβει», είπε ο θεότρελος και μου άφησε μια συμφωνική από βεντάλιες δίφθογγες να εκτελούν το ελληνίζον: τα δυο...

Προς τα κάτω είναι η Γρανάδα, τη βλέπεις; Αν πας στην Αντεκερουέλα θα σε βρουν οι μυρωδιές από τα φαγητά των προσφύγων. Κόκκινο πιπέρι, κρέας ταύρου ψημένο σε χοντρό αλάτι, σάλτσα από μηλόκρασο πάνω σε βραστές πατάτες. Εκεί ψηλά, στο νύχι μου απάνω, είναι το Λούτον. Είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι φαίνεται. Τα Σάββατα το μεσημέρι η πόλη ερημώνει, όλοι πηγαίνουν στο γήπεδο για να δουν την τοπική ομάδα. Δεν...

Αγόρι˙ Στιλπνή η σάρκα κι απ’ την ευαισθησία δύστροπο Άγουρη ώρα το ξυπνάνε Μπαίνουν μες στα σκεπάσματα και το ξυπνάνε δυο κρύα χέρια αγροτικά Έτσι όπως είναι απαλό και έτσι όπως κοιμάται (Σαν πουλί που το αναγκάζουνε δια μιας να ξεσφίξει τα φτερά) Γιατ’ είν’ η ώρα για τη λειτουργία. Σηκώνεται μ’ όλη την πλήξη, οργή και απορία του αγοριού Χάραμα που το ξύπνησαν, τον ύπνο ν’ αναβάλει, στην εκκλησιά...

Στο δωμάτιο αυτό Κρατάμε δοκάρια και κολώνες Ξεκουράζεται το σώμα λάσπη Επενδύουμε την πέτρα Οριζόντιοι ανάμεσα σε βέργες εμείς Οι εξαίρετοι της στατικότητας Θέσαμε στην έλλειψη εαυτούς Χτισμένα μάτια Ό,τι βλέπουμε πυκνό Δώσαμε τοίχο και οστά Στο σίδερο σάρκα Διάρκεια μία Ενιαίος ο χρόνος Νύχτες και μέρες Ψάχνετε έρημες χώρες Σε αγωγούς του αέρα Και στις δέσμες φωτός Μιας λάμπας ή κάποιου πλανήτη Τα πόδια σας τρένα Δρομολόγια εσείς πάλι...

Θυμήσου ότι πέρασες.   Τα πρώτα χελιδόνια είχαν εμφανιστεί πάνω απ’ την τάφρο και το υπερυψωμένο μολάκι του φάρου. Αυτό σήμαινε πως δεν ήταν καλοκαίρι, κι ας απείχε μια βδομάδα ακόμα η ισημερία. Ήταν Σεπτέμβρης. Της εξηγούσα πως στη δική μου γλώσσα αυτό σήμαινε τέλη Οκτώβρη με αρχές Νοέμβρη. Είχαμε συνηθίσει τα σύννεφα που άλλαζαν αποχρώσεις όταν ο ήλιος κατέβαινε στον ορίζοντα και τα φώτιζε από κάτω. Θύμιζαν χώμα. Τα...

Την εποχή εκείνη οι Επαγγελματίες πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι με σκοπό να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ντύνονταν καθώς πρέπει, θεωρώντας πως η εμφάνισή τους ίσως να έπαιζε κάποιο ρόλο στην κατάπειση των ανθρώπων να τους προτιμήσουν και να δεχτούν την παροχή των υπηρεσιών. Ξεκινούσαν από νωρίς, ώστε να προλάβουν να καλύψουν όσο το δυνατόν ευρύτερες περιοχές, αλλά και γιατί η κυκλοφορία στους δρόμους της πόλης εγκυμονούσε κινδύνους. Οι πολυκατοικίες...

Look at Louis he looks undisturbed, undistributed he seems to be concrete and breeze soulless soil as pure soil is   he turns his back hasn’t even realized the presence of his fellows sitting there undisturbed, finely distributed in rows, in squares   he’s a bronze piñata a broken Michelangelo finger peaceful sea horse full of the nicest curves of the stillness of the steel leathery eyes and glass ears...

Ήμουν μαΐων εννιά σίγουρα, καλοκαίρι στο πατρικό της μάνας μου στην Αθήνα, όταν ξαφνικά, κουδούνια άρχισαν να ακούγονται από το δρόμο, τρέχω στο μπαλκόνι γεμάτος περιέργεια. Βγάζω τα ματογυάλια τρίβω τα μάτια μου και τα ξαναφορώ. Τι στην ευχή; Στη μπασιά ποιου κόσμου τάχα να είχα βρεθεί; Άνθρωποι από άλλους τόπους περνούσαν, κάποιοι μελαψοί ντυμένοι με υφάσματα από την Ανατολή και σαρίκια στο κεφάλι, ένας έβγαζε από το στόμα του...

Είναι κάποιες ιστορίες που λες και βιάζονται να τελειώσουν. Κάποιες άλλες που δεν έχουν τέλος. Ιστορίες απλές και ιστορίες που χάνονται σε ένα λαβύρινθο χωρίς τέλος, χωρίς λύτρωση. Κάποιες που εξηγούνται και άλλες που τις λένε παράξενες. Σαν τις λεγόμενες αρρώστιες των ανθρώπων. Εξαρτάται πού κυριαρχεί η υποταγή και πού η ελευθερία. Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν μέχρι το επόμενο τετράγωνο να μιλήσουν ατέλειωτες ώρες για τον καιρό. Άλλοι που βγαίνουν...

(Κάθεται σε πτυσσόμενο σκαμνί, μεταλλικό. Πόδια ανοιχτά, αγκώνες να στηρίζονται στα γόνατα, ξυπόλυτη στα πλακάκια). Δεν μπορώ εγώ μαρκούτσια (μια κίνηση διωγμού με το δεξί της χέρι). Γελάς, ε; Σου φαίνεται περίεργο. Αυτά τα μαρκούτσια δεν τα μπορώ. Κατέβασέ το άμα θέλεις να μιλήσουμε. Κλείσε και το κασετοφωνάκι κι ύστερα ό, τι θες. Αφού το βλέπω εγώ, ακόμα γράφει. Κλείσ’ το και θα πούμε ό, τι θες. Τσιγάρο; Μη θες (οι ώμοι...