Γιάννης Αντιόχου: Τα χέρια είναι άγκυρες

Το ζεύγος βιβλίων Εισπνοές – Εκπνοές του Γιάννη Αντιόχου ακολουθεί η Διάλυσις που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Αν στα δύο προηγούμενα ο Αντιόχου ανίχνευσε ποιητικά τον τρόπο τού να ζεις και να πεθαίνεις, με τροπισμούς σκληρούς και βίαιους συχνά, η Διάλυσις φαίνεται να εμπεδώνει ποιητικά το αναπόδραστο της φθοράς, έρχεται ως λύση, ως παραδοχή της μεθόριας ανθρώπινης κατάστασης. Η Διάλυσις είναι τελικά ένα οριακό βιβλίο: έλαβε τη σκυτάλη από τα δύο προηγούμενα και τώρα κάπου την παραδίδει: εισπνοή – εκπνοή – διάλυση. Αν κάποιος θέλει να αναγνώσει το έργο του Αντιόχου, μόνο ως σκυταλοδρομία πρέπει να το δει.

 

γιάννης αντιόχου

 

Εντός των ημερών, αναμένουμε το επόμενό σου βιβλίο από τις εκδόσεις Ίκαρος, με τον τίτλο Διάλυσις. Μπορείς να μας δώσεις κάποια πρώτα στοιχεία;

Η Διάλυσις, είναι ένα μεγάλο σε έκταση βιβλίο, φτάνει τις εβδομήντα τέσσερις σελίδες. Στην πρώτη εκδοχή του προστέθηκαν νέα ποιήματα, που είναι έμμετρα, έχουν ζευγαρωτή ή πλεκτή ρίμα, ενώ πολλά είναι σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Αυτά γράφτηκαν μετά τον βασικό κορμό της Διάλυσης, αλλά θεώρησα πως ανήκουν στο βιβλίο. Είναι ποιήματα που τείνουν προς τη μελοποίηση. Ήδη δύο έχουν μελοποιηθεί και θα τα ακούσουμε πολύ σύντομα. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, πως η μία μελοποίηση είναι σε ρυθμό 11/8, ρυθμός που σχετίζεται με τον Χατζιδάκι καθώς και το ότι συγκίνησε πάλι περισσότερο γυναίκα συνθέτη παρά άντρα.

 

Τα τελευταία σου βιβλία, αναφέρομαι κυρίως στις Εισπνοές και τις Εκπνοές έχουν έντονο το στοιχείο της συνθετικής κατασκευής. Περιμένουμε κάτι αντίστοιχο;

Είναι ένα βιβλίο που ξεκίνησε ως σύνθεση, νιώθω πως μου έλυσε τη γλώσσα. Όλα κινούνται γύρω από τον άξονα της φθοράς, όχι όμως με το σκοτάδι που είχαν τα δύο προηγούμενα βιβλία, οι Εισπνοές και οι Εκπνοές. Είναι πιο εξωστρεφές. Και αυτό συμβαίνει γιατί κι εγώ διάγω μια πιο εξωστρεφή περίοδο στη ζωή μου: στη δουλειά μου την κανονική, στη ζωή μου την ερωτική. Προφανώς αυτό συμβαίνει, γιατί ξέρω ότι έχει ημερομηνία λήξης και πάλι αυτή η περίοδος. Έχω φτάσει ήδη στα σαράντα επτά μου. Σύντομα θα ξανακλείσω. Για αυτό είμαι εξωστρεφής νομίζω, γιατί γερνάω. Ακόμα κι αν δεν γερνάει το φυσικό μου σώμα τόσο έντονα ώστε να φαίνεται ότι γερνάω, εγώ το καταλαβαίνω πως γερνάω˙ δεν μπορώ να πίνω τις ποσότητες που έπινα, δεν μπορώ να καπνίζω τα τσιγάρα που κάπνιζα, δεν μπορώ να πηγαίνω στη δουλειά μου απευθείας από ξενύχτι, όπως το έκανα παλιά.

Στα προηγούμενα βιβλία μου ήμουν πιο εσωστρεφής, διότι οι περίοδοι κατά τις οποίες γράφτηκαν ήταν περίοδοι, όχι αποκηρυγμένες αλλά αποκρυμμένες από αυτό που ονομάζουμε οριζόντια ζωή. Πειραματιζόμουν με τον εαυτό μου.

 

Τι είναι η οριζόντια ζωή;

Η οριζόντια ζωή είναι μια σειρά από πράγματα: πάω στη δουλειά μου, πρέπει να κάθομαι εννιά ώρες συγκεντρωμένος, ώστε να παράγω ένα συγκεκριμένο έργο και στη συνέχεια είτε είμαι δυσαρεστημένος, ευχαριστημένος ή θλιμμένος πρέπει να υποκριθώ και να έχω ένα προσωπείο με το οποίο θα  μπορώ να μιλάω με όλους τους ανθρώπους. Θα πάρω τα λεφτά μου στο τέλος του μήνα, θα δώσω στο σπίτι μου αυτά που χρειάζεται η οικογένειά μου για να ζήσει και θα ξαναρχίσει  η ίδια διαδικασία τον επόμενο μήνα. Η άλλη ζωή δεν είναι οριζόντια ζωή, είναι ζωή που δεν προγραμματίζεις, δεν προσχεδιάζεις τίποτα, ξεκινάς να οδοιπορείς σε έναν δρόμο και όσες στροφές ή διασταυρώσεις βρεις μπορείς να πάρεις όποιον δρόμο αισθανθείς εσύ. Αυτό δεν είναι μια ασφαλής συνθήκη..

 

Συναντιούνται ποτέ αυτές οι δυο ζωές;

Ναι, συναντιούνται αυτές οι ζωές δυο φορές το χρόνο. Είναι ο καιρός, που όταν έχω γεμίσει από αυτό που λέμε οριζόντια ζωή και με έχει κατακλύσει ένα πνιγηρό συναίσθημα, απομακρύνομαι. Έχω ένα πολύ ωραίο δώμα που βλέπει όλη την Αθήνα, ανεβαίνω εκεί και τότε περνάω όλα τα απότοκα συμπτώματα μιας κατάθλιψης που προφανώς την έχω, αλλά τότε εκδηλώνεται: δηλαδή δεν πλένομαι, δεν τρώω, καπνίζω, δεν ξυρίζομαι και όλο αυτό το πράγμα είναι η σύζευξη με το διάμεσό μου. Πρέπει να σου πω ότι τα ποιήματα μου δεν τα γράφω εγώ, τα γράφει κάποιος άλλος, όταν τα κοιτάζω στο τέλος ορισμένες φορές απορώ με τον εαυτό μου. Πολλές φορές όταν έχω απομακρυνθεί χρονικά από το ποίημα, μπορεί να μην το αναγνωρίσω αμέσως, να το αναγνωρίσω ως δικό μου μετά από ένα λεπτό που το ακούω να διαβάζεται. Νομίζω, ότι είναι και ένας μηχανισμός άμυνας αυτό: να λες δηλαδή ότι δεν τα γράφεις εσύ τα ποιήματα, ώστε να μπορείς να τα αντέχεις.

Αυτό που σου περιγράφω, συμβαίνει περίπου δυο φορές τον χρόνο. Το έχω παρακολουθήσει. Ακολουθεί έναν κύκλο και είναι συνήθως ο κύκλος της άνοιξης προς το καλοκαίρι. Συνήθως τότε γράφω τα πιο καταθλιπτικά και σκοτεινά μου ποιήματα: δηλαδή όταν λάμπει ο ήλιος, όταν δεν υπάρχει το φεγγάρι, όταν είμαι μπροστά στη θάλασσα ή σε άλλες ειδυλλιακές καταστάσεις γράφω τα πιο σκοτεινά μου πράγματα, αν θεωρήσουμε ότι είναι σκοτεινά.

 

Πώς ερμηνεύεις εσύ αυτήν την αντίθεση μεταξύ του κειμενικού σώματος και της ατμόσφαιρας ή του περιβάλλοντος που σε περιστοιχίζει;

Αυτό που έχω παρατηρήσει τον τελευταίο καιρό είναι, ότι γίνεται απλώς για να μπορέσω να διατηρήσω τον κυματισμό μου, για αυτό την υπέρλαμπρη μέρα την σκοτεινιάζω μες στο ποίημα. Αυτή είναι η δόνησή μου. Ίσως δεν την αντέχω, για αυτό μπαίνω σε αυτήν τη διαδικασία. Ερμηνεύω κάθε λεπτομέρεια που μπορεί να συμβεί και πιστεύω, παρά το γεγονός ότι είμαι ένας άνθρωπος που μελετά το κύτταρο, που μπορεί να κρατήσει μια λαβίδα και να «σκίσει» το σώμα ενός ανθρώπου με απίστευτη ακρίβεια, ένας άνθρωπος που μετράει την ασφάλεια ενός ασθενούς με ποσοστά, παραδέχομαι ότι πιστεύω σε μικρές λεπτομέρειες όπως τα όνειρα, ή όπως σε συμπτώσεις. Είμαι λίγο αλαφροΐσκιωτος, παρόλο που κάνω κάτι τόσο τεχνικό.

 

Αυτές οι αντιφάσεις που μου περιγράφεις δεν είναι κάτι σαν αμυντική διαδικασία του εαυτού για να σώσει τις τόσο διαφορετικές πλευρές του;

Δεν τον θέλω πια τον εαυτό μου, είμαι πολύ ευχαριστημένος από αυτά που έχω καταφέρει στη ζωή μου, έχω καταφέρει όσα ήθελα, γιατί είχα το πιο περίπλοκο, απροσδόκητο και ταπεινό όνειρο του κόσμου: να γίνω ποιητής του Ικάρου από τα δεκαπέντε μου χρόνια. Μπήκε μια μέρα στην πρώτη λυκείου ο φιλόλογος στα Ανάβρυτα, και μας μοίρασε την Οκτάνα του Εμπειρίκου. Πάνω της έγραφε Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία. Την ώρα που μοίρασε τα βιβλία, διάβασα το «Πολλές φορές την νύκτα», και είπα εγώ στη ζωή μου θέλω να γίνω αυτό. Όταν το κατάφερα, εντελώς απροσδόκητα, είχε ωριμάσει ο καιρός. Ήταν 2008, και επειδή είμαι δειλός σαν άνθρωπος, παρότι μπορεί από τη συμπεριφορά μου ότι δεν είμαι, έβαλα ως συνήθως ένα αντίτυπο των Εισπνοών μέσα σε έναν φάκελο, βγήκα από το Ερρίκος Ντυνάν, όπου και δούλευα και το πέταξα στο κουτί. Την ώρα που το γράμμα έπεφτε στο κουτί, χτύπησε το τηλέφωνό μου, ήταν η μητέρα μου και μου ανακοίνωσε τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα μου. Το μυαλό μου, λοιπόν, έκανε την εξής σκέψη, μάλλον αυτός είναι ο νόμος της ζωής: για να κερδίσεις κάτι πρέπει να χάσεις κάτι, κι ήμουν σίγουρος πως ο Ίκαρος θα μου απαντούσε και μου απάντησε στα εννιάμερα.

Νιώθω, λοιπόν, πολύ ευχαριστημένος από τη ζωή που έχω ζήσει, από αυτά που έχω αφήσει. Την έχω ζήσει και την έχω γράψει, ώστε εκτός από μένα να αφορά και κάποιους άλλους ανθρώπους.

 

Θεωρείς ότι δίνεις τα κλειδιά στον αναγνώστη;

Ναι, φυσικά και δίνω τα κλειδιά στον αναγνώστη. Ακόμα και εγώ βλέπω ότι υπάρχουν κλειδιά που δεν τα είχα αναγνωρίσει. Ας πούμε από το πρώτο βιβλίο, που βγήκε το 2003 μέχρι το τελευταίο συναντώ την Αθανασία, ένα πρόσωπο το οποίο παρελαύνει σε όλα τα βιβλία: από μικρό κοριτσάκι στο Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα ως τις Εισπνοές που χτυπούσε το ξύλινο διαλυμένο πόδι της. Τώρα φτάνει στη Διάλυση να είναι πλέον ένα βήμα πριν από τον θάνατο. Τότε κατάλαβα ότι έχω δώσει τα κλειδιά μέσα στα βιβλία μου, χωρίς ωστόσο να αναγκάζω τον αναγνώστη να διαβάσει το προηγούμενο έργο για να καταλάβει τι γράφω.

 

Η Αθανασία που αναφέραμε προηγουμένως μας παραπέμπει και στον Μάνο Χατζιδάκι, τον οποίο επίσης συχνά αναφέρεις.

Ναι, είναι αυτό που λέμε «σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές…». Τον έχω καταπιεί τον Χατζιδάκι. Δεν θεωρώ κανέναν ποιητή μεγαλύτερη επιρροή μου παρά τον Χατζιδάκι και τη μουσική του. Και τον Γκάτσο. Είναι σε τέτοιο σημείο επιρροές μου, ώστε τα ωραιότερα όνειρα της ζωής μου είναι όταν βλέπω τον Γκάτσο να μου δίνει ένα βινύλιο, την Μυθολογία, και να μου λέει: «Είναι δική σου, ανακάλυψε κάτι καινούριο στη Μυθολογία, ώστε να προχωρήσεις». Εντάξει, όλο αυτό μπορεί να φαίνεται περίπλοκο και αλαφροΐσκιωτο, αλλά για μένα αυτή είναι η ζωή μου, δεν μπορεί κανείς να μου ανατρέψει το όνειρο που βλέπω. Κανείς δεν θα μου πει ότι αυτό που βλέπω εγώ σαν παραίσθηση δεν είναι αντικειμενική αλήθεια.

 

Τα παιδιά σου πώς αντιμετωπίζουν αυτό που κάνεις;

Ορισμένες φορές σκωπτικά και κάποιες άλλες εντυπωσιάζονται και υπερηφανεύονται για αυτό: σκωπτικά όταν εκείνα ζουν την κάθετη ζωή τους και υπερηφανεύονται όταν ζουν την οριζόντια. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Τα ονόματα των παιδιών διαδράμουν σε όλα τα βιβλία: σκόρπια, δεξιά αριστερά, σαν αρχετυπικά πρόσωπα.

 

Καθόρισαν τη γραφή σου τα παιδικά και τα εφηβικά σου βιώματα; Διακρίνω στη γραφή σου μια έντονη σωματικότητα παρά μια μάχη με τις ιδέες.

Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που ρωτάς. Προέρχομαι από ένα σπίτι μικρασιάτικο στον Πειραιά, όπου είχα μια γιαγιά σχεδόν τυφλή. Αυτή η γιαγιά, που ήταν σχεδόν τυφλή, καθόταν στο σκοτάδι. Ήταν πολύ γλυκιά και τρυφερή. Στο σπίτι μας επικρατούσαν στις σχέσεις των ανδρών με τις γυναίκες πολλαπλοί γάμοι. Έτσι, είχα έναν παππού που είχε παντρευτεί τρεις φορές. Ζούσε την εποχή του 1930-1970 Δευτέρα – Τρίτη με τη μια γυναίκα, Τετάρτη – Πέμπτη με την άλλη, Παρασκευή –  Σάββατο με την τρίτη, και είχε και μια μέρα ελεύθερη. Αυτός ο παππούς όταν μας επισκεπτόταν μας έφερνε πολλά δώρα. Η γιαγιά που προφανώς είχε υποφέρει πολλά από τον παππού και που εγώ δεν μπορούσα να ξέρω σαν παιδί, ήταν μια γυναίκα που καθόταν στα σκοτεινά και η οποία το χαρτζιλίκι που της έδινε ο παππούς μου το ‘δινε, και αγόραζα νεανικά περιοδικά της εποχής με λογοτεχνίζουσες ή λογοτεχνικές ιστορίες. Με έβαζε λοιπόν και της τα διάβαζα για να μπορεί να περνάει και αυτή το χρόνο της και εγώ να μάθω να διαβάζω σαν παιδί του δημοτικού σχολείου. Όταν μεγάλωσα διάβαζα την Αγία Γραφή ή τα διάφορα ευχολόγια που υπήρχαν στο σπίτι και στη συνέχεια διαβάζαμε Ντοστογιέφσκι και άλλους κλασικούς. Λοιπόν, όλη αυτή η ανάγνωση στο  σκοτάδι με τα καντήλια και τα εικονίσματα μου έδωσε μια ροπή μυστικιστική, μεταφυσική. Είχα όλα αυτά τα ερωτήματα που μπορούν να γεννηθούν σε ένα παιδί που μεγαλώνει και γίνεται έφηβος.

Νιώθω σαν να είμαι ένας άνθρωπος που έχει δάχτυλα σαν άγκυρες, τα ρίχνει, πιάνεται από κάπου, ανεβαίνει, βλέπει αλλά ξανακατεβαίνει. Δεν γίνεται και δεν είναι φυσιολογικό να φτάσω εκεί πάνω. Αυτές οι απαντήσεις που παίρνω εγώ για μένα μου είναι τόσο ικανοποιητικές που μπορώ να συνεχίσω να υπάρχω, μου είναι τόσο σημαντικές που μπορώ και συνεχίζω να ζω. Ζω με αυτά τα πράγματα, με κρατούν υγιή.

 

Το λες συχνά πως οι ποιητές είναι αλαζόνες. Γιατί το πιστεύεις;

Γιατί ζητάνε πάντοτε την αθανασία. Σε μένα και στο κομμάτι της τέχνης που μου έχει αποδοθεί, νιώθω ότι έτσι, μπορεί να κερδίσω την ομηρική υστεροφημία. Αυτό είναι αλαζονικό, δεν είναι;

 

Γράφεις για την υστεροφημία, δηλαδή;

Όχι, δεν γράφω για την υστεροφημία, αλλά ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι αν καταφέρω να δω το πάνω και πέρα από την οριζόντια ζωή που ζούμε, αυτό θα μείνει με κάποιο τρόπο. Τώρα αν τα καταφέρνω ή όχι, αυτό θα το κρίνει ο χρόνος, δεν θα το κρίνει ούτε ο κριτικός των δέκα χρόνων, ούτε των πενήντα ούτε των εκατό. Βέβαια τότε θα έχω γίνει σκόνη, απλά δεν θα το γνωρίζω. Αυτό είναι η Αθανασία. Απλώς την κακοποιώ τόσο πολύ το τελευταίο καιρό και την έχω κακοποιήσει τόσο πολύ και στο παρελθόν, γιατί φθείρομαι, νομίζω ότι τελειώνει η ζωή μου, ότι φθίνω.

 

Ο ποιητής είναι προφήτης; 

Ναι, αυτό προσπαθώ να πω. Ο ποιητής είναι προφήτης. Ανεβαίνει, κοιτάζει ξανακατεβαίνει και μάλιστα νομίζω ότι είναι τέλειος προφήτης εφόσον έχει σκοτώσει τον πατέρα, εφόσον έχει καταφέρει να γράψει καλύτερα από αυτόν με τον οποίο ενώνεται στο διάμεσο. Υπάρχουν τέτοιες μάχες που γίνονται και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά όλα αυτά που λέμε είναι στη σφαίρα του μεταφυσικού, δεν είναι στο επιστητό, στη σφαίρα που ζούμε.

 

Έχεις δηλώσει πολλές φορές, ότι ο ποιητής πρέπει να έχει άστρο.

Ναι, το θεωρώ πολύ σημαντικό. Αυτός που γράφει και ονομάζεται ποιητής από τους άλλους ή ονομάζει τον εαυτό του ποιητή, πρέπει να έχει ταλέντο για να μην γράψει κάτι μέτριο. Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να συναρμόσουν πέντε λέξεις και να βγάλουν ένα αποτέλεσμα, που να στέκει αισθητικά. Αν ένα ποίημα γραφτεί από κάποιον που έχει ένα ταλέντο, μπορεί το ποίημα να ταξιδέψει, να βγει σε ένα βιβλίο. Αν αυτός ο ποιητής δεν έχει άστρο, δεν έχει τύχη ή εύνοια, δεν έχει κάτι άλλο πέρα από τις δημόσιες σχέσεις, πέρα από τα οποιαδήποτε πάρε – δώσε του συστήματος, αν δεν είναι οι συγκυρίες της ζωής έτσι φτιαγμένες ώστε να του ανοίγονται οι δρόμοι χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Το ταλέντο αυτού του ποιητή πολλαπλασιάζεται με το άστρο και γίνεται ένας ποιητής που φαίνεται: φαίνεται στις εφημερίδες, σε εκπομπές, σε συνεντεύξεις. Περνάει στο κοινό. Το πραγματικό έργο, όμως, φαίνεται μετά το θάνατο του ποιητή, διότι παύει η συνθήκη του άστρου και το άστρο υποδιπλασιάζεται. Πρέπει να είναι το ταλέντο πολύ σημαντικότερο από το άστρο του ποιητή, για να παραμείνει «ζωντανός» ο ποιητής μετά το θάνατό του. Λοιπόν, πόσοι είναι αυτοί οι ποιητές που έχουν μείνει; Δεν μπορούμε να κρίνουμε ούτε καν για τα τελευταία πενήντα χρόνια, όχι γιατί κινδυνεύουμε, αλλά γιατί βλέπουμε ότι οι τάσεις αλλάζουν συνεχώς.

 

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Γιατί είναι σημεία των καιρών, γιατί ψάχνουμε να βρούμε έναν προσανατολισμό, ψάχνουμε να βρούμε πού θα κάτσει η μπίλια. Αλλάζει ο κόσμος, ζούμε τον αιώνα της πληροφορίας, πάμε στο διάστημα, ψάχνουμε να βρούμε τι θα κουβαλήσουμε μες στις βαλίτσες μας.

 

Γιάννη, συνομιλείς με ποιητές της «γενιάς» σου; Και το γενιά το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί είναι ένα μεγάλο ερώτημα το ερώτημα της κατάταξης και της γενεαλογίας.

Με ορισμένους από τους ποιητές που εκδίδονται μαζί μου την ίδια χρονική περίοδο έχουμε σχέσεις, όχι μόνο ευγενούς άμιλλας και συνομιλίας αλλά και χαράς. Συνομιλώ με ποιητές της γενιάς μου πρώτα από όλα ποιητικά: όταν θα δω ένα καλό βιβλίο είναι πιθανό, αν με συναρπάσει, να απαντήσω μέσα στο επόμενο βιβλίο μου, να απαντήσω συγκεκριμένα στον στίχο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με τους ποιητές της γενιάς μου, γιατί έχω καταφέρει να έχω  πέντε-έξι ανθρώπους γύρω μου, που χαίρονται για μένα και εγώ για αυτούς. Αν δεν είχα να συνομιλήσω με κάποιους, γιατί να βγάλω ένα βιβλίο; Σε αυτούς τους ανθρώπους στέλνω το “draft” μου και ξέρω από την απάντησή τους τι θα πρέπει να διορθώσω ή να αλλάξω. Ναι, το κάνω και τους αγαπώ και πολύ.

 

Είναι πολύ έντονο στοιχείο στα κείμενά σου οι πολλαπλές και διαφορετικές διακειμενικές αναφορές. Εκκινεί το δικό σου ποίημα από άλλα «ποιητικά σώματα»;

Ναι, σαφώς. Όταν διάβασα σε ένα μπαρ το βιβλίο της Ευτυχίας της Παναγιώτου, τους Χορευτές, και συγκεκριμένα ένα στίχο της για τον φάρυγγα του διαδρόμου, ήταν τόσο καταλυτική η δύναμή του που ανακίνησε όλη τη μυθολογία της παιδικής μου ηλικίας. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει για έναν διάδρομο σπιτιού που είναι σαν φάρυγγας. Ξέρεις τα σπίτια κάποτε είχαν τόσο μακρείς διαδρόμους που ήταν σαν φάρυγγες και οι φωνές μας όταν ακούγονται εκεί μέσα ήταν σαν να βγαίνανε από το αντηχείο ενός φάρυγγα. Απάντησα, λοιπόν, σε αυτό τον στίχο, στη Διάλυση έχω χρησιμοποιήσει αυτήν την αναφορά. Και το κάνω συχνά και με νεκρούς αλλά και με ζώντες ποιητές, αλλά όχι μόνο με ποιητές πια, γιατί με αγγίζει και η στιχοδομή σημαντικών τραγουδοποιών. Ξέρω ότι πολλοί καγχάζουν που μπορεί να χρησιμοποιήσω στίχους από τους Radiohead, την Bjork ή την Madonna, αλλά με έλκει αυτή η συνομιλία. Με ικανοποιεί που εμπεριέχω στο σώμα μου το άκρο από το σώμα ενός άλλου ποιητή.

 

Ποια είναι η Θηριώδης Μούσα;

Είναι ένα βιβλίο που ξεκίνησε σαν ιδέα, όταν εγώ δεν ήμουν πολύ καλά, ούτε σωματικά ούτε ψυχολογικά. Είχα μια τεράστια καταθλιπτική συνδρομή, όχι με την έννοια της ασθένειας, αλλά κυρίως γιατί ήμουν τρομερά εγκλωβισμένος. Όλα ξεκίνησαν με την Plath. Την διάβασα, μου άρεσε, έπειτα διάβασα τον σύζυγό της, για να διαπιστώσω αν όντως εκείνος την «σκότωσε». Τον διάβασα, μετέφρασα τα Γράμματα Γενεθλίων, αλλά δεν διαπίστωσα, ότι ο Hughes ήταν ο καταλύτης για την αυτοκτονία της Plath, παρά η ισχυρή ψυχοπαθολογία της. Έπειτα μελέτησα όλους αυτούς τους αυτόχειρες Αμερικανούς του 20ου αιώνα, που όλοι με έναν παράδοξο τρόπο ήταν τελείως εκπληρωμένοι από την ποίησή τους και είχαν τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ. Όσοι αυτοκτόνησαν πήραν Πούλιτζερ. Η Plath το πήρε μετά το θάνατό της. Ήταν η Sexton, ο Jarell, ήταν ο Lindsay, ο Berryman και άλλοι. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι γράψανε, για να μπορέσουν να κερδίσουν χρόνο απέναντι στις υποχρεώσεις μιας οριζόντιας ζωής. Μπορεί να το κάνω κι εγώ, να προσπαθώ να γράψω για να κερδίσω χρόνο. Ήθελα να κοιτάξω όχι την ποίησή τους, αλλά τη βιογραφία τους. Ανακάλυψα ορισμένα πράγματα που τα έβαλα στην εισαγωγή του βιβλίου. Πιστεύω ότι η ποίηση είναι θηριώδης μούσα, μπορεί να σε διαλύσει, αν δεν έχεις πολύ καλά εφαλτήρια οριζόντιας ζωής.

Βεβαιώθηκα με αυτό το βιβλίο ότι είμαι καλά, ότι είναι πολύ φυσιολογικά όλα αυτά τα φαινόμενα που συμβαίνουν στη ζωή μου και δεν χρειάζεται να τα ψάξω περισσότερο. Ό,τι αισθάνθηκαν οι άνθρωποι αυτοί αισθάνθηκα κι εγώ. Αγνοούσα ότι η Sexton μετέγραφε παραμύθια στο έργο της. Το έμαθα, όταν άρχισα να τη διαβάζω. Στο βιβλίο μου “Curriculum Vitae” μετέγραψα παραμύθια κι εγώ και ξήλωσα ένα τεράστιο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας με αυτό το ψυχαναλυτικό παιχνίδι, που φαίνεται έτσι αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Βρήκα κοινά πράγματα. Πιστεύω ότι είναι το βιβλίο της αρχής ενός πολύ μεγάλου πειραματισμού, ένα εξωστρεφές βιβλίο όπου περιέγραψα γεγονότα τα οποία έβλεπα στη ζωή μου και στις συναναστροφές μου. Ξεχωρίζω το ποίημα που δεν περιλαμβάνεται στη συλλογή, αλλά βρίσκεται στο οπισθόφυλλο, τη «Συμφωνία για δυο Σώματα» που είναι από το δεύτερο βιβλίο με τίτλο Στη γλώσσα του, τις Εισπνοές και ένα μέρος των Εκπνοών ανάμεσα στην πρώτη και τρίτη ενότητα του βιβλίου.

 

antiochou-1

antiochou-2

antiochou-3

 

Δεν φοβάσαι τον θάνατο;

Όχι, δεν τον φοβάμαι, γιατί είχα ένα τεράστιο ατύχημα, έφτασα σε επιθανάτια κατάσταση, αλλά δεν πέθανα. Είναι κομμάτι της δουλειάς μου επίσης, ασχολούμαι με το θάνατο καθημερινά, τον βλέπω. Ο θάνατος για μένα είναι χειροπρακτική, τον πιάνω στα χέρια μου. Κάποιες φορές ξεφεύγει κάποιος, κάποτε θα ξεφύγω εγώ.

 

Στη Διάλυση έχεις πολύ έντονα στοιχεία ρυθμικής αλλά και συγκεκριμένες παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Έχεις σονέτα, δεκαπεντασύλλαβους κ.λπ. Τι είναι εκείνο που σε οδήγησε από τον ελεύθερο στίχο στον έμμετρο; 

Η ευκολία μου, έχω μεγαλύτερη ευκολία να γράψω έμμετρο στίχο από ό,τι ελεύθερο. Θεωρώ δυσκολότερη την ποίηση του ελεύθερου στίχου. Αυτό είναι και αποτέλεσμα της παιδείας μου, οι δάσκαλοί μου με βάλανε και κατάπια τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και τους άλλους ρυθμούς, και τώρα μου φαίνεται εύκολο. Επίσης, τον χρησιμοποιώ ως δόλωμα, γιατί βλέπω την εγκατάσταση μιας απίστευτης αργκό στην ελληνική ποίηση και η αργκό δεν μένει ποτέ, δεν είναι γλώσσα. Βλέπουμε νεολογισμούς, ελληνοαγγλικές συνθέσεις να γίνονται ποιήματα. Ήθελα να πω, ότι ποιητής είναι αυτός που έχει εγκιβωτίσει το παρελθόν. Νομίζω ότι το έχω κάνει καλά, το έχω διαβάσει και το έχω εγκιβωτίσει, μπορώ να γράψω τέτοια ποιήματα τα οποία, όμως, να μην είναι παλιακά, αλλά να μιλάνε στη σύγχρονη εποχή.

 

Να τολμήσω να ρωτήσω αν στη Διάλυση είναι πιο εμφανής από ό,τι σε άλλα σου βιβλία η σχέση σου με τον Κ. Π. Καβάφη;

Η επιρροή μου από τον Καβάφη είναι η καθαρότητά του, αυτό που θέλει να πει το λέει καθαρά, είτε με την ειρωνεία του, είτε με τη διδαχή του είτε με την ιστορικότητά του. Το αποτέλεσμα είναι ένα: δημιουργεί ποιήματα πανθομολογούμενα.

 

Ποια ποιήματα είναι πανθομολογούμενα;

Αυτά που ο μπακάλης, ο χασάπης, ο ποιητής, ο πολιτικός, ο καθηγητής πανεπιστημίου θα τα κατανοήσει και θα τα αισθανθεί με τον ίδιο τρόπο. Όλοι θα έχουν την ίδια αντίληψη, θα νιώσουν το ίδιο πράγμα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο στοίχημα του ποιητή, να γράψει ποίηση για την οποία όλοι θα καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα. Πολύ δύσκολο στοίχημα. Μπορεί να γράψει κανείς πέντε ποιήματα σε όλη του τη ζωή που θα είναι πανθομολογούμενα, ή κανένα ή και όλα. Βέβαια, στην εποχή του τον Καβάφη δεν τον καταλάβαινε κανείς. Αυτό νομίζω, ότι είναι ο ποιητής προφήτης. Αυτό ήταν ο Καβάφης, που δεν ήταν πολιτικά ορθός. Και το βιβλίο μου δεν είναι καθόλου πολιτικά ορθό, εξού και ο τίτλος. Προσπαθώ να διαλύσω όλες τις δομές της οριζόντιας ζωής μου, πρώτα τις δικές μου και αντίστοιχα προσπαθώ να δω προς τα πού πορευόμαστε. Πάντως, είμαστε ώριμη κοινωνία, και σπουδαγμένη και καταλαβαίνουμε τα διδάγματα, και έχουμε αξιώματα και υιοθετούμε τη θεωρία, αλλά παρόλα αυτά, νομίζω ότι αδιαφορούμε για την προσωπική μας ευτυχία και όταν κάποιος αδιαφορεί για την προσωπική του ευτυχία, αδιαφορεί και για το σύνολο. Είναι δυνατόν να ζεις στην οριζόντια ζωή σου και όλοι γύρω σου να υποφέρουν;

 

Θεωρείς τον εαυτό σου μεταρομαντικό, αισθητιστή;

Θεωρώ τον εαυτό μου αισθητιστή, όχι δεν με θεωρώ μεταρομαντικό. Θεωρώ ότι σκληραίνει πολύ η γλώσσα μου ορισμένες φορές. Νομίζω ότι είμαι ακραίος αισθητιστής, προσπαθώ ματαίως ακόμα και σήμερα να διατηρήσω το φυσικό μου σώμα αδύνατο, καθαρό, να είμαι φροντισμένος, να έχω αισθητική ακόμα και στις παρέες μου, να είναι οι φίλοι μου ωραίοι. Έχω ένα πολύ σοβαρό ελάττωμα, απορρίπτω τους ανθρώπους που αισθητικά δεν μου ταιριάζουν και οι οποίοι μπορεί να είναι οι καλύτεροι άνθρωποι του κόσμου. Θα κριθώ για αυτό, το ξέρω, αλλά είναι ένα σοβαρό ελάττωμά μου.

 

Εντάσσεις την ποίησή σου περισσότερο σε μια αγγλοσαξονική παράδοση;

Αυτό νομίζω ότι συμβαίνει κυρίως λόγω της γυμνασιακής και λυκειακής μου παιδείας. Έφευγα από το μικροαστικό περιβάλλον ενός σπιτιού στον Πειραιά, που είναι μια φτωχή περιοχή, και ανέβαινα κάθε μέρα με το τρένο στην Κηφισιά στη Σχολή Αναβρύτων, που διατηρούσε την αίγλη της ακόμα και το 1981, όταν ξεκίνησα εγώ το σχολείο. Όλα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, το σχολείο ήταν ένα νεοκλασικό κτήριο, ένας πύργος, είχε μεγάλα τζάκια μέσα, είχε τις τεράστιες ξύλινες σκάλες, καθηγητές που τότε είχαν μεταπτυχιακά, διδασκόμασταν τη λατινική, την γερμανική και την αγγλική γλώσσα, είχε όλα αυτά τα πράγματα που με έσπρωξαν να διαβάσω Goethe, Eliot, να κάνω μια τέτοια επιλογή. Νομίζω ότι αυτό επέδρασε καταλυτικά σε μένα και βέβαια τα κείμενα των αρχαίων ελληνικών που διδασκόμασταν συστηματικά.

 

Ο T. S. Eliot στο περίφημο δοκίμιο του “Tradition and the individual talent”, αναφέρει πως ο ποιητής αντλεί από τον μεγάλο ταμιευτήρα της παράδοσης και αναδιαμορφώνει την παράδοση και τον ποιητικό κανόνα. Τι γνώμη έχεις για τον κανόνα στις μέρες μας;

Νομίζω ότι ο κανόνας είναι ένα δέντρο, στο οποίο προσθέτει ο κάθε ποιητής κλαδιά. Και είναι ένα περίεργο δέντρο ο κανόνας, είναι και αειθαλές και φυλλοβόλο. Υπάρχουν τριών ειδών ποιητές: ο ποιητής που γράφει ποιήματα και δεν πρόκειται να προσθέσει κανένα κλαδί στο δέντρο, ο ποιητής που πηγαίνει, βλέπει τον πατέρα με την άγκυρά του και προσθέσει στο δέντρο φυλλοβόλο κλαδί και ο ποιητής που θα ανέβει, θα δει, θα καταλάβει τι βλέπει και θα σκοτώσει τον πατέρα σαν τον Hölderlin. Αυτός θα προσθέσει κλαδί αειθαλές. Υπάρχουν τρεις ταχύτητες ποιητών: στην πρώτη ταχύτητα είναι οι ελάσσονες, στη δεύτερη είναι οι ποιητές που έχουν ταλέντο και άστρο και στην τρίτη οι ποιητές που θα μείνουν. Δεν ξέρω αν ο κανόνας αναδιαμορφώνεται, πάντως φροντίζουμε το δέντρο να μην μαραίνεται.

 

Η εύκολη πρόσβαση στη δημοσίευση λόγω των πολλών ηλεκτρονικών πια μέσων, πιστεύεις ότι επηρεάζει την ποιότητα της λογοτεχνίας που διαδίδεται σήμερα;

Υπάρχουν έντυπα περιοδικά με μεγάλη ιστορία, που τα παρακολουθώ και τα διαβάζω, αλλά υπάρχουν και πολλά καινούρια μέσα που κάνουν εκπτώσεις. Έχουν δυστυχώς την αντίληψη οι εκδότες, ότι αν τα βάλουν όλα μέσα κερδίζουν περισσότερο κοινό. Αν τα βάλεις όλα μέσα μάλλον υποτιμάς αυτά που είναι καλά. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα διαβάζει κάποιος. Ή αν τα παρατηρούμε μόνο εμείς που κινούμαστε σε αυτόν τον χώρο. Θα έλεγα όμως, ότι παρατηρώ πως ο ηλεκτρονικός τύπος, το διαδίκτυο, το “facebook” είναι μια επιφάνεια θάλασσας με βούρκο, με χιλιάδες σκουπίδια που επιπλέουν και νομίζουμε ότι είναι ποιήματα, ενώ δεν είναι.

 

Τα κοινωνικά δίκτυα παράγουν ποιητικές περσόνες ή ποιητές;

Ποιητές όχι. Ποιητικές περσόνες ναι, για τα δέκα λεπτά αθανασίας που θα κερδίσουν. Δεν νομίζω όμως ότι ο πολιτισμός μπορεί να σταθεί σε κάτι τέτοιο.

 

Κάνουν κακό στην ποίηση τα κοινωνικά δίκτυα ή δεν έχουν καμία επίδραση πάνω της;

Ναι, κάνουν κακό. Είναι σαν να έχει ο καθένας ένα ημερολόγιο και να δημοσιεύει τις σκέψεις του. Δεν νομίζω ότι τα διαβάζει κανείς. Δεν έχω την παραμικρή εντύπωση, ότι αν πάρω τριακόσια “like” σε ένα ποίημα, σημαίνει ότι το διάβασαν τριακόσιοι άνθρωποι. Από ό,τι παρατηρώ τώρα που κάνω ένα πείραμα, αν γράψω μία έκφραση με πενήντα ή μία έκφραση με πεντακόσιους χαρακτήρες η πρώτη θα απογειωθεί, κι ας μην έχει ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, κι ας είναι μια ανοησία.

 

Τι διασώζουν τα κοινωνικά δίκτυα αυτήν τη στιγμή, αν διασώζουν κάτι, μεσούσης της κρίσης και της κοινωνικής κατάστασης; Υπάρχει ένα κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό ενδιαφέρον εδώ, δεν συμφωνείς;

Είναι ο μεγαλύτερος έλεγχος της δημοκρατίας στις μέρες μας. Όλοι έχουν λόγο και άποψη, όλοι ξεθυμαίνουν απλώς με μια ανάρτηση. Αυτό είναι η μεγαλύτερη παγίδα για τη δημοκρατία. Καταργούν τη συλλογικότητα, τη συμμετοχή, τη συζήτηση. Όλοι έχουν μια γνώμη επί παραδείγματι για τους άστεγους της Αθήνας. Την γράφουμε στα κοινωνικά δίκτυα και μένουμε εκεί. Δεν έχουμε καταλάβει ότι η κοινωνία μας είναι τόσο μεγάλη που θα γίνει χαοτική. Θα δούμε πού θα μας βγάλει όλο αυτό το πράγμα. Το πιο ανησυχητικό στα κοινωνικά δίκτυα είναι τα απειλητικά μηνύματα στο “inbox”. Υπάρχουν άνθρωποι που παρακολουθούν τη ζωή σου συστηματικά και αν δεν την εγκρίνουν αρχίζουν να σε παρενοχλούν. Παλιά σε πείραζαν στο δρόμο ή σου λέγανε κάτι, τώρα το κάνουν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Ένας δρόμος είναι˙ μια άλλη πόλη, τελικά.

 

Τελικά, τα βιβλία διασώζουν προσωπεία ή το πρόσωπο του ποιητή; Φοράμε προσωπείο όταν γράφουμε;

Όχι, εγώ δεν φοράω προσωπείο, είμαι πολύ ευχαριστημένος και ευτυχισμένος από τη ζωή μου. Θα πεθάνω πλήρης, θα πεθάνω ως αυτός που είμαι. Ειδικά μετά το τρίτο μου βιβλίο είμαι αυτό που γράφω, είμαι αυτός που είμαι.

 


 

διάλυσις - εξώφυλλο

 

βιβλίο: διάλυσις

κατηγορία: ποίηση

έκδοση: ίκαρος, 2017

παρα/τήρηση