Η τύχη εις τα κρημνά του βίου

Όταν, παιδί, το δόντι σου κουνιέται, και πια είναι έτοιμο, δένουνε γύρω του μία θηλιά από κλωστή, σου λένε «τράβα το, μια κι έξω». Καταλαβαίνεις (και ο ίδιος) πως πρέπει να το κάνεις, πρέπει να προβείς στην εναντίον εαυτού ενέργεια- υπάρχει ένα περίσσευμα στο στόμα. Ο πόνος είναι στιγμιαίος και έχει τη ρίζα στην καρδιά. Εγγράφεται.

Ο συγγραφέας ανατρέχει στην άνω επέμβαση˙ αντλεί απ’ την ανάμνηση της εξαγωγής αυτής το σθένος που απαιτείται για να χειρουργήσει το γραπτό του. Δεν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω τη λέξη «γενναιότητα», εν τινί μέτρω εννοείται, όπως επίσης θα αποφύγω τη λέξη «σμίλεμα», τη λέξη «μίνιμαλ».

Αυτό λοιπόν που o συγγραφέας παραλείπει κι αυτό που μένει μετά την απόσπαση: ό, τι παραλείπει, αποτελεί το προϊόν του αυτο-ακρωτηριασμού του. Είναι το μέρος εκείνο που δεν αντιστεκόταν αρκετά, που υπό την πίεση μάλλον υποχωρούσε, που κρέμονταν. Που με κάποιον εν πάση περιπτώσει τρόπο αποδυνάμωνε ίσως την αφήγηση. Το υπόλοιπο, αυτό που μένει μετά την απόσπαση, είναι ο υγιής ιστός του κειμένου, βάσει πάντα της κρίσεως, της προϊούσας κρίσεως του συγγραφέα.

O συγγραφέας εξαιρεί (ό, τι εξαιρεί) και έτσι εξαίρει το απομένον τμήμα του έργου. Όμως η εξαίρεση αυτή, είναι ένας εν ζωή θάνατος. Μια ρίψη στον Καιάδα. Μια αποκήρυξη. Η καθομολογία πως κάτι (πια) δεν λειτουργεί. Είναι η απόφαση της απόθεσης μιας αποσκευής στην αποβάθρα λίγο προτού συνεχιστεί με τα απολύτως πλέον χρειώδη το ταξίδι. Ο συγγραφέας περιέρχεται σε μία θέση οιονεί σύγκρουσης συμφερόντων και στο τέλος επιλέγει να σβήσει. Το κάνει όμως για να αλαφρώσει ο ίδιος απ’ τα βάρη του (και άρα γε αλαφρώνει) ή μήπως χάριν του κοινού καλού, του κοινού αισθητικού καλού, όπως βεβαίως ο ίδιος το ορίζει… Με άλλα λόγια: ο συγγραφέας αφαιρεί για να ελευθερωθεί αυτός ή θυσιάζει κάποια εξ ων έχει να πει, για έναν σκοπό υπέρτερο, για να προλάβει και αποτρέψει την πλήξη, τον αναγνωστικό κόρο; Δεν θα το μάθουμε. Δεν αποκλείεται τα δύο κίνητρα και να συμπίπτουν. Και είναι πολύ πιθανόν: όσο ο συγγραφέας απαλλάσσει και απαλλάσσεται από όσα κρίνει περιττά, τόσο πιο αποτελεσματικά υπηρετείται η αφηγηματική ιδέα και αναλογικά αυξάνεται η αναγνωστική απόλαυση.

Περικόπτει άρα ο συγγραφέας, με άλλα λόγια απορροφά. Αναρροφά την ίδια του την έκφραση. Μιλάμε για μια αντίστροφη διαδικασία δηλαδή. Θα μπορούσε να οδηγηθεί και σε πνιγμό ακόμη.

«Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου. Ή εγώ;».

Το «απόσπασμα» είναι του Θάνου Σταθόπουλου από το έργο του Η ιστορία της μουσικής, (Αθήνα: Ίκαρος, 1994, 2015). Στην πρώτη έκδοση (1994), πρόκειται πράγματι για απόσπασμα: είναι η αρχική φράση, οι δύο πρώτες για την ακρίβεια περίοδοι, ενός κειμένου που επακολουθεί και το οποίο επέχει κατά κάποιον τρόπο θέση επεξήγησης της αρχικής αυτής τοποθέτησης και -ακολούθως- διερώτησης, η οποία αμφισβητεί, τινάζει την τοποθέτηση στον αέρα (: «Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου. Ή εγώ;»). Στη δεύτερη έκδοση (2015), όλο το εν λόγω τμήμα, το επεξηγηματικό, το αναλυτικό, το περιπτωσιολογικό, ελλείπει. Κι έτσι το όλον που τελικά διαβάζουμε, λήγει με το και στο : «ή εγώ;». Κι έτσι ακούγεται καλύτερα το «ή εγώ;». Κι έτσι δημιουργείται το κενό που απαιτείται, για να μπορεί το «ή εγώ;» επαρκώς να αιωρηθεί. Να καταλάβει έκταση, να απλωθεί. Για να μπορεί το «Ή εγώ;» να παραγάγει ηχώ, ν’ αντιλαλήσει.

Στερούμαστε βέβαια τις εικόνες, την παράθεση των συγκυριών: εκλείπει ο γέρος με το σουσαμένιο κουλούρι για βραχιόλι, οι γυναίκες στο Βόλο που προμοτάρουν την οικογενειακή ζωή, ο βαθιά ξυρισμένος τύπος, που ρωτάει τον καθένα-τέτοια η απόγνωσή του- πώς να αντιμετωπίσει τις αϋπνίες. Διότι στη β’ έκδοση ο συγγραφέας εξαφανίζει τα παραδείγματα των συγκυριών, αποσύρει κάθε μέσον υποβοήθησης -και πόσο μάλλον καθοδήγησης- της φαντασίας μας. Είναι σα να κρύβεται, να χάνεται η θέα. Είναι σαν να ακούμε, σαν μόνο να ακούμε, με κλειστά μάτια. Σα να ερχόμαστε αντιμέτωποι, τυφλοί, μόνοι, με το ερώτημα που συγκεφαλαιώνει όλα τα ερωτήματα. Με το ερώτημα των ερωτημάτων από το οποίο φαίνεται ήδη από το μότο του βιβλίου του να κατατρύχεται ο συγγραφέας: το ερώτημα που αφορά στην κυριαρχία ή μη του τυχαίου.

Αντιγράφω το μότο:

 

«όπως, όταν η τύχη
εις τα κρημνά του βίου
της αμάξης πλαγίαν 
           την ορμήν φέρη˙»
                           ΚΑΛΒΟΣ

 

Ούτω λοιπόν:

«Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου. Ή εγώ;»

Αφήνοντας ο συγγραφέας στη β’ έκδοση, μετά απ’ αυτό το «Ή εγώ;», κενή την υπόλοιπη σελίδα, αφήνει χώρο στην αγωνία, αφήνει χώρο στην αμφιβολία και εν τέλει αφήνει χώρο στο υποκείμενο της ανάγνωσης. Ποιος τελικά προσκρούει σε ποιον. Ποιος τίνος χτυπά την πόρτα, η τύχη τη δική μας ή αντιστρόφως;

Δεν θα αξιολογήσω (περαιτέρω) την ίδια την αφαίρεση: θα πω ωστόσο πως σπάνια μάς δίνεται η δυνατότητα να διαπιστώσουμε εν τοις πράγμασι και με βεβαιότητα πως όντως συντελέστηκε μια τέτοια επέμβαση: συνήθως, γινόμαστε κοινωνοί και μάρτυρες του τελικού μόνον αποτελέσματος: το ψαλίδισμα γίνεται ερήμην μας, στην κρύπτη του συγγραφέα, εν παραβύστω.

Κι όμως˙ δεν υπάρχει μόνον αποκοπή στη νέα έκδοση της Ιστορίας της μουσικής. (Η επεξεργασία δεν κατατείνει κατ’ ανάγκη στην απάλειψη). Έχουμε και προσθήκη:

«Οι νύχτες υπάρχουν: αυτοί που έφυγαν είναι εδώ˙ αυτοί που λείπουν, λείπουν. Ο χρόνος ρέει λεπτός ως το ξημέρωμα. Η μουσική δεν υπολείπεται, ούτε κανοναρχεί».

Αν θεωρήσουμε λοιπόν, αν υποθέσουμε, πως το μέρος που λείπει είναι το δόντι ίσως που έπεσε, το κείμενο αυτό της β’ έκδοσης, είναι ένας νέος που φύτρωσε στίλβων κοπτήρας.

Κι ίσως να ‘ναι η ιδέα μου, αλλά, το νέο κείμενο αυτό, κάνει και το ίδιο λόγο για όσα μένουν (πρόσωπα ή πράγματα) και για όσα δεν στάθηκαν ανθεκτικά, και τελικά εξέλιπαν, όπως ακριβώς, συχνά, τα στοιχεία μιας αφηγήσεως.

παρα/τήρηση