Η μετάφραση στα ελληνικά του A Prayer Journal (ελλ. τίτλος: Ημερολόγιο Προσευχής) της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ (1926-1964) από τον Γιάννη Παλαβό και τις εκδόσεις Αντίποδες (επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη), προσθέτει μιαν ακόμα σημαντική ψηφίδα στη διάδοση του έργου της Ο’ Κόννορ στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Η συγγραφέας των ημερολογιακών αυτών εγγραφών επιχειρεί έναν ανοιχτό διάλογο με το Θεό που αρθρώνεται με τη μορφή προσευχής. Η λογοτεχνία συνομιλεί με τη θεολογία, με την Ο’ Κόννορ να αναλαμβάνει έναν διττό ρόλο: υποκείμενο θερμής πίστης (ήταν καθολική) και ταυτόχρονα συγγραφικό υποκείμενο, σε αυτές τις σημειώσεις που γράφτηκαν από τον Ιανουάριο του 1946 έως και το Σεπτέμβριο του 1947, θέτει ως κεντρικό ζήτημα της δικής της συνομιλίας με το Θεό, της δικής της επίκλησης, την παραχώρηση εκ μέρους Του του δώρου της συγγραφής.

Θα ήταν, ωστόσο, λειψή ανάγνωση η ανάγνωση που θέτει στο επίκεντρο απλώς και μόνο το θέμα της πίστης της Ο’ Κόννορ και της παράκλησής της να γίνει καλή συγγραφέας. Τα αποσπάσματα ημερολογίου της, που έμειναν στο σκοτάδι για περισσότερα από πενήντα χρόνια, αίρονται πάνω και πέρα από μιαν απλή εξομολόγηση, καθώς αναστοχάζονται ζητήματα λογοτεχνίας, πίστης, αισθητικής και τέχνης ταυτόχρονα. Το Ημερολόγιο Προσευχής είναι κείμενο γραμμένο υπό επείγουσες συνθήκες˙ συνθήκες οριακές και συνωθούμενες από αμείωτη υπαρξιακή ένταση. Στις εξομολογήσεις της η πίστη και η λογοτεχνία γίνονται η μια συγκείμενο της άλλης, γίνονται συγκοινωνούντα δοχεία και αλληλεπαληθεύονται. Στις περίπου τριάντα σελίδες του ημερολογίου, η συγγραφέας απευθύνεται στον Κύριό της επικαλούμενη τη Χάρη, αυτή τη μυστική διαδικασία φώτισης και καταλλαγής των ανθρώπινων υποκειμένων: παρακαλεί το Θεό της να την καταστήσει σκεύος εκλογής επιτρέποντάς της ταυτόχρονα να παραμείνει συγγραφέας. Το ζήτημα της Χάρης, πάντα παρόν στο έργο της, διατρέχει αυτές τις ολιγόστιχες ημερολογιακές εγγραφές, ως βασικός πυρήνας άρθρωσης των επικλήσεών της και διαπλέκεται με άλλα ζητήματα: η πίστη, η δοξολογία, η προσευχή, η εμπιστοσύνη, ο περιορισμός των σωματικών παθών, η αλαζονεία και ο ναρκισσισμός του συγγραφέα, η αγιαστική δύναμη του πόνου και η ασθένεια, η παρουσία και ο ρόλος του δαιμονικού στοιχείου στην ανθρώπινη ιστορία, η πρόθεση του συγγραφέα και ο σκανδαλισμός του αναγνώστη διεμβολίζουν τις εγγραφές της. Ίσως το πιο συντριπτικό σημείο των σελίδων αυτών είναι η συνεχής άρση και θέση μεταξύ της πίστης και της αμφιβολίας, της λογικής και της πίστης, της νόησης και του συναισθήματος, της ταπείνωσης και του εγωισμού.

Οι εξομολογήσεις της Ο’ Κόννορ είναι μικρά αριστουργήματα. Καταφέρνει να καταγράψει με ακρίβεια και μαεστρία αυτή τη σύγκρουση των δύο υποκειμένων και κάποιες φορές την επιτυχή συμπόρευσή τους. Η Φλάννερυ Ο’ Κόννορ μάς παραδίδει μια οδυνηρή μαρτυρία για τον άνθρωπο που μάχεται με το δυναμικό˙ το μη οριστικό˙ το μη κλειστό σύστημα της πίστης στο Θεό. Το έκανε με ό,τι ήξερε να κάνει καλύτερα: μέσω της λογοτεχνίας.

Το Ημερολόγιο Προσευχής, τελικά, μοιάζει να προοικονομεί τη συνέχεια της ζωής της: το σπουδαίο λογοτεχνικό έργο της και το θάνατό της σε νεαρή ηλικία από ερυθηματώδη λύκο.

 


 

Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο ακόμα βιβλία της: το μυθιστόρημα Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Γ. Φέξη, Αθήνα 1965 (δεύτερη έκδοση: Κέδρος, Αθήνα 1995) καθώς και η συλλογή διηγημάτων Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, γράμματα, Αθήνα 1986. Σημαντική προοπτική στο έργο της προσφέρει και το περιεκτικό δοκίμιο του π. Ευάγγελου Γκανά «Στρατηγικές του χριστιανού συγγραφέα σε μοντέρνους καιρούς: η περίπτωση της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ», (πρώτη δημοσίευση στη Νέα Εστία, τχ. 1825, Σεπτέμβριος 2009, σ. 419-431).

παρα/τήρηση