Από την πρώτη μου επαφή με τη νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Λεοντζάκου «Τίγρεις σε ενυδρείο», που κυκλοφόρησε Μάρτιο του 2016 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, διέκρινα μια ενδιαφέρουσα ποιητική φωνή που αξίζει την προσοχή του –δυστυχώς περιορισμένου– αναγνωστικού κοινού της ποίησης, αλλά και της –ακόμα πιο περιορισμένης– κριτικής παρουσίασης και αποτίμησης. Εντυπώσεις έντονες και εικόνες συναρπαστικές, μνήμες, σκέψεις και συνειρμούς, συναισθήματα και συγκίνηση, εμπειρία ποιητικής μέθεξης πέτυχαν να μου προκαλέσουν τα επτά ποιήματα των εικοσιεπτά σελίδων της πέμπτης ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Λεοντζάκου, που καταφέρνουν να κολυμπήσουν στα νερά μιας «λίμνης-ποίησης» παρέα με «τίγρεις» και να μην κατασπαραχθούν. Αντίθετα αισθάνομαι πως –ακολουθώντας μια δύσκολη ποιητική διαδρομή– μας βγάζουν εν τέλει ευτυχείς στην όχθη της ποίησης.

Η πρώτη ανάγνωσή τους φέρνει στο νου τον William Blake και το γνωστό ποίημα του «Η τίγρη», αλλά και τον δικό μας Νίκο Καρούζο. Το δεικτικό «να» και η συχνή χρήση του, που φέρνει μπροστά στα μάτια μας να γεννιέται και να αναπτύσσεται το ποιητικό σύμπαν, αλλά και λέξεις όπως «ουρανός», «ερημιά», «νύχτα», «μουσική», «αέρας» και κυρίως ο «καπνός» στα ποιήματα του Λεοντζάκου με πάνε στον Καρούζο, και πιο συγκεκριμένα στο ποίημα του με τον τίτλο «Μαγιακόφσκι» όπου «απ’ την βαθειά ειρήνη της σιωπής του / έβγαινε ο καπνός της μέσα μάχης». Η σύγκρουση ετερόκλητων ή ανεξέλεγκτων δυνάμεων, το πάθος, η ορμή και η αγωνία καθώς και η ανάγκη της γαλήνης, η μεταμόρφωση, η πνευματική προσπάθεια και η πορεία προς τη συμφιλίωση με τα φυσικά κι αφύσικα μέσω της ποιητικής λειτουργίας συνθέτουν και σηματοδοτούν στο βλέμμα μου τον κόσμο της ποιητικής συλλογής.

«Διδάσκομαι πραγματικότητα» διαπιστώνω κι εγώ μαζί με τον ποιητή στον πρώτο στίχο, γηράσκω αεί διδασκόμενη, με όλη την οδύνη και την ευχαρίστηση που εμπεριέχεται στα μαθήματα της ζωής. Έχουμε εδώ ρήμα και ουσιαστικό να βάζουν όλη τους τη δύναμη, διευρύνοντας τα όρια της διδασκαλίας, συμπυκνώνοντας την έννοια της πραγματικότητας σε ένα αντικείμενο που μπορεί να διδαχτεί. Όμως ο αέρας πώς είναι δυνατόν αναρωτιέμαι, αν όχι με την συνδρομή της ποίησης… Κι αυτή η απορία, η έκπληξη του απρόσμενου παντρέματος των λέξεων, μαζί με την απόλαυση του λογοπαίγνιου του τίτλου «αήρ διδασκόμενος» –παιχνίδι με ανήρ και αήρ και αεί– με βάζει σε ένα συναρπαστικό ποιητικό σύμπαν όπου όλη η ουσία βρίσκεται στο «αλλά», στην ζωτικής σημασίας αντίθεση, στο «αεράκι» της ποίησης που σε σπρώχνει «να σηκώνεις το κεφάλι» και να «το κοιτάς ψηλά» αυτό το αεράκι που δίνει μια άλλη πνοή, να βλέπεις τα πράγματα αφ’ υψηλού, χωρίς να αεροβατείς, μέσα στη δημιουργική μοναξιά σου, καβάλα –όχι καβαλημένος– πάνω στη μηχανή, έξω από την πόλη, εκεί όπου συνενώνεται η δύναμη της τεχνολογίας με τις σκοτεινές δυνάμεις της φύσης, για να μεταμορφώσουν το τοπίο, μαζί και το ποιητικό υποκείμενο, να γίνει ο κόσμος ρευστός και να συμπυκνώσει την φρίκη μαζί με τη χαρά, να ξανακερδηθεί το αίτημα της ελευθερίας, ν’ ανακτηθεί η αίσθηση της πρώτης φοράς, «σαν παραμύθι ή σαν χορός» να γίνει η επιστροφή στην πόλη από την έξοχη εξοχή, κι ο αέρας της ποίησης να εμφανιστεί ως «καπνός» που μαγεύει και υπνωτίζει, ανυψώνεται και ανυψώνει. Συνειρμικές εικόνες ονείρου συμπλέκονται με σκηνές του πραγματικού και μέσω των ποιητικών μεταμορφώσεων οδηγούν στο παράλογο μαζί και φυσικό απεικόνισμα του «τρελού καπνού» από το τζάκι που υψώνεται «με λυτά μαλλιά προς τον ουρανό».

Μια άλλη εκδοχή των πραγμάτων, μια διαφορετική νοηματοδότηση της ποιητικής λειτουργίας προτείνει το δεύτερο ποίημα «ίσως σημαίνει», ξεκινώντας με το «σαν» που απομακρύνει, «σαν κάτι να παίρνει απόσταση», σαν να μη ζεις τη ζωή σου εσύ, σαν να τη βλέπεις από απόσταση, σαν να πρόκειται να την παρουσιάσεις σε ρεπορτάζ, ή σαν να παρατηρείς τον εαυτό σου από απέναντι, και η «λίμνη-ποίηση» γίνεται άλλοτε ουτοπία κι άλλοτε δυστοπία, παύει να είναι ο ονειρικός τόπος των ρομαντικών και των εραστών, γίνεται βεβαιωμένος καταναγκασμός αλλά και πολύσημος, σημαντικός αέρας. Το αναγκαίο οξυγόνο που χωρίς αυτό δε ζεις.

Κι έπειτα το ποιητικό υποκείμενο, αξιοποιώντας την απόσταση από τον καθημερινό εαυτό, βρίσκει την δύναμη να «αναστηθεί», μετεμψυχωμένο ως ο φαντασμαγορικός και καλλίφωνος εαυτός του αοιδού, «Ο Ελβις στο Νείλο». Όλα ξεκινούν εδώ ως ένα όραμα, που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σαν ταινία φαντασίας και περιπέτειας, αφού το μακρινό έρχεται κοντά, στο εδώ και τώρα, απαραίτητες προϋποθέσεις η μοναξιά και το χάδι του αέρα της ποίησης, για να δεις την πόλη να αλλάζει σχήματα και οι συνδηλώσεις της ταρίχευσης να οδηγούν σε ασφυξία –εμπειρία θανάτου που προσομοιάζει με την ερωτική εμπειρία, μια μυστική και γόνιμη συνουσία συνοδεία κρουστών μέσω της οποίας εν τέλει «μετεμψυχώνεται» το ποιητικό υποκείμενο σε νετρίνο που κελαηδά ως άλλος μετεμψυχωμένος Έλβις, «ο Έλβις των νευρώνων» «στο θρεπτικό ποτάμι σαν κολλάζ». Εδώ η σκέψη του θανάτου –ή μπορεί και η ιδέα της ψυχής, όπως στο σύμπλεγμα Έρως και Ψυχή– παίρνει την εικόνα μιας τίγρης κολυμβήτριας που «στον βυθό κόκκινη σαν φωτιά» κρατάει την αναπνοή της κι ορμάει ενώ όλα καίγονται από πόθο θανάτου κι έρωτα. Είναι ενδιαφέρον το πώς η λέξη «νετρίνο» παντρεμένη με το «κελαηδώ» πέρα από την γνωστή σημασία της –σωματίδιο στο σύμπαν– ακούγεται και σαν όρος μουσικός.

Στο επόμενο, ομότιτλο της συλλογής, ποίημα οι τίγρεις γίνονται δυο, ζευγάρι, και μάλιστα έγκλειστες σε ενυδρείο, σε τελείως αφύσικο φαινομενικά περιβάλλον, υποφέρουν από αϋπνία, παγώνουν από το κρύο νερό, προσαρμόζονται όμως στις νέες συνθήκες της αιχμάλωτης γυάλινης ζωής τους, ονειρεύονται κι οι δυο τον ίδιο φόβο, διακατέχονται από φόβους και φοβίες μικρών παιδιών, τείνουν να εξαφανιστούν πνιγμένες μέσα στη λέξη γάλα, «δυστυχείς σαν μήνες μες στο γάλα», σε μια αφύσικη και άρρωστη κατάσταση, που όλη την αγριάδα μοιάζει να την εξαφανίζει μέσα στο θρεπτικό υγρό, όμως αίφνης θα ανακτήσουν την δύναμή τους, θα μεταμορφωθούν, «σαν σμήνη αρπακτικές», θα αναδυθούν, θα γίνουν σαν νέφη, «γυάλινες καμπάνες» να ηχούν τις λύπες της νύχτας και να γεννούν θαυμασμό για την πτήση τους την τυφλή και κρυπτική. Ποίημα ποιητικής και αυτό, όπως και τα υπόλοιπα της συλλογής, σε ύφος υψιπετές, εμπειρίκειο, στο τέλος του, με τα ρητορικά θαυμαστικά του ερωτήματα, που κρύβει αλλά κι αποκαλύπτει τη σχέση του ποιητή με φιλοσοφικές αναζητήσεις.

«Τα γάντια είναι η ιστορία» και εδώ το ποιητικό υποκείμενο, συνεχίζοντας το μοτίβο της τυφλότητας που αποκαλύπτει κόσμους μυστικούς κι όσα δεν βλέπουν τα μάτια, εστιάζει στον πυρήνα της δημιουργίας, αφού πρώτα στήσει ένα σκηνικό κατάλληλο, για να συναντηθούν πρόσωπα και όντα, πραγματικά και μυθικά –καθώς και σύμβολα και επανερχόμενα μοτίβα, όπως η στέπα, η λίμνη, το αιλουροειδές, η νύχτα, τα δίκτυα, η παγίδευση– σε μια κοσμογονική συνάντηση που καταλήγει στην λυτρωτική λυρική αποστροφή «όμως τα γάντια γλυκιά μου / τα γάντια είναι όλη η ιστορία / μαύρα μες στο μυαλό χαϊδεύουν / δυο μαύρα γάντια ακουμπούν / τι κρύβουν εκεί / τι ύφασμα ανύπαρκτου ραφή / μαύρα μετέωρα μες στη νύχτα / λάμπουν οι σπόροι αστραφτεροί / κι αυτό είναι νύχτα σου λέω / –λοιπόν πάμφωτη πάλι!– / είναι νύχτα καρπών». Το ποίημα αφιερώνεται στη Λούλα Αναγνωστάκη, όχι μόνο για το θεατρικό σκηνικό που επιτυχώς στήνει, αλλά διαισθάνομαι κυρίως για λόγους που έχουν να κάνουν με την σχέση του ποιητή με την εργογραφία και τη βιογραφία των δυο μεγάλων δημιουργών, δηλαδή της Λούλας Αναγνωστάκη και του άντρα της, Γιώργου Χειμωνά.

Το παιχνίδι της απόκρυψης και της ταυτόχρονης αποκάλυψης μυστικών συνεχίζεται στο «Μυστικό της περιστροφής», με μια σειρά από υποθέσεις «Αν» και «εάν», που αποκτούν τη βαρύτητα  κύριων προτάσεων λόγω της τελείας, που αντικαθιστά το κόμμα στη σύνδεση των προτάσεων. Εδώ το μυστικό της περιστροφής ίσως είναι για τον καθένα ο προσωπικός αγώνας να βάλει τις δικές του προϋποθέσεις, για να καταλήξει στο κύριο ζητούμενο, ολοκληρώνοντας τον ευχετικό υποθετικό λόγο, «Αν ζητούσε κανείς.» – «Να του δοθεί γαλήνη.»

Εν κατακλείδι στο «Να φεύγει» έρχεται στα αυτιά μου πιο καθαρός ο ήχος των λέξεων από το «Μονόγραμμα» του Ελύτη και από τα «Ανοιχτά Χαρτιά»: « (…) Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει – να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση». Στίχοι και στροφές κυλάνε με το αεράκι της δημιουργίας, αφήνοντάς μας στο τέλος της ποιητικής σύνθεσης με την αίσθηση της ρευστότητας, της κινητικότητας, αλλά και  της ενσωμάτωσης μέσα στον «πλωτό» κόσμο. Κι αυτό το νιώθουμε και στο δίστιχο: «Στους άλλους σαν σύννεφα που αλλάζουν / εαυτούς να σηκωθώ που με φυσούν» και στην στροφή: «Τι είναι αυτό που κυλάει; / που ρωτώ κι απαντάει; / που βουβό κι απαντάω με λέξεις εγώ; / που πεθαίνει ξεχνάει ησυχάζει /και μετά φυσάει και παίρνουν φωτιά / τα μάτια, οι λέξεις / κόκκινα τα φύλλα / απέραντος ο ουρανός / κι ένα ταξίδι όταν ήμουν μικρός / κολλημένος επάνω στο τζάμι / να φεύγει / κι έφευγε ο κόσμος / και φεύγει ακόμα πλωτός», που συνεχίζει με το ακροτελεύτιο δίστιχο: «Τον φυσάω/με φυσάει κι αυτός».

Δεν συνηθίζω να καταπιάνομαι με ταξινομήσεις ή κατατάξεις ποιημάτων σε ρεύματα ή σχολές ούτε και είμαι σε θέση να προβώ σε «αντικειμενικές» αξιολογήσεις, βαθυστόχαστες ερμηνείες και εμπεριστατωμένες γραμματολογικές συγκρίσεις. Η συνομιλία μου με ποιήματα δεν είναι συστηματική, άρα η επαφή μου περιορίζεται σε περιστασιακή και η προσέγγισή μου δεν ξεφεύγει από τον χαρακτηρισμό «υποκειμενική» ή «διαισθητική». Διαισθάνομαι, λοιπόν, ότι  στον Λεοντζάκο η ποιητική διαδικασία είναι μια στάση, η οποία, σύμφωνα με τον Heidegger, βγάζει τον άνθρωπο, ακόμη και τον Θεό, από την ανυπαρξία του. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αποκρυπτογραφηθεί η σχέση των τίγρεων «σε ενυδρείο» με τη φιλοσοφία αλλά και τη μουσική. Ο μοντερνιστικός απόηχος από το έργο του Στραβίνσκι, η δόνησή του, όπως και οι κραδασμοί από τα αφρικάνικα τύμπανα, τα κρουστά όργανα, τα «έγχορδα νυκτά μαζί με πνευστά» ακούγονται  και νιώθονται στους στίχους της συλλογής. Κυριαρχεί «Ο Ρυθμός», των «συμφώνων» «ο καλπασμός» και των φωνηέντων τα φτερά, μια διαρκώς μεταβαλλόμενη διαμορφωτική δύναμη ενός ποιητικού κόσμου.

παρα/τήρηση