Πρωτόπλαστοι

Ήταν ακόμα Κυριακή. Έβρεχε. Καθόμασταν κάτω απ’ το υπόστεγο που σκέπαζε  ένα κομμάτι του αρχαίου δρόμου κι όπως ακούμπησες το χέρι σου στο κιγκλίδωμα, πρόσεξα ένα κόκκινο σημάδι στο πάνω μέρος της παλάμης, σαν δάγκωμα σκυλιού ή σαν παλιό έγκαυμα. Δεν σε ρώτησα τίποτα.

Βράδιασε πολύ γρήγορα, σε λίγα λεπτά ο δρόμος σκοτείνιασε κι ο χειμωνιάτικος ουρανός εξαφανίστηκε. Περιμέναμε να περάσει η μπόρα. Με βλέμμα ανυπόμονο παρακολουθούσαμε τις χοντρές σταγόνες που έσκαγαν στο τσιμέντο.

Η βροχή δεν σταματούσε. Συνεννοηθήκαμε σιωπηλά κι αρχίσαμε να τρέχουμε στα πλημμυρισμένα πεζοδρόμια, διασχίσαμε τη γέφυρα και την αγορά ώσπου βρεθήκαμε στο δωμάτιο. Εκεί ξεδιπλώσαμε τους χάρτες που κουβαλούσαμε με μεγάλη μυστικότητα τόσα χρόνια. Δείξαμε ο ένας στον άλλο τις αφύλαχτες εισόδους που μας είχαν επιτρέψει να φτάσουμε μέχρι εδώ. Σαν να μην μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι βρισκόμασταν πάλι μαζί, χωρίς καμία απειλή πια. Απ’ το πυρ το εξώτερο μέχρι τη συγκεκριμένη μέρα, τόσος χαμένος χρόνος.

Ξημέρωσε. Είχαμε κλείσει τις κουρτίνες. Ανάμεσα σε μας και τον κόσμο κυκλοφορούσε μόνο το σκούρο πράσινο φως που ανάβλυζε απ’ το δέντρο έξω απ’ το παράθυρο. Με τα χέρια μας να λάμνουν σε βαθιά νερά και το βλέμμα προσηλωμένο στραφήκαμε επιτέλους ο ένας προς τον άλλο, προφυλαγμένοι απ’ τους κριτές. Τα κορμιά μας είχαν εξουθενωθεί απ’ τα χτυπήματα. Ψηλάφησα στο δέρμα σου ένα ένα τα παλιά σημάδια. Ήταν επείγουσα ανάγκη να ξεφύγουμε, να πορευτούμε μαζί μέχρι να συνδεθούν τα σημεία μεταξύ τους και να αποκτήσουν νόημα οι θυσίες.

Σε περίμενα πολύ καιρό, πουλώντας τραπουλόχαρτα σε μια γωνιά του λιμανιού. Οι αχθοφόροι κουβαλούσαν κομμάτια κρέας μέσα σε ματωμένα πανιά ριγμένα στη πλάτη τους. Τι κρέας ήταν αυτό, κανείς δεν ήξερε. Πίσω απ’ τα κοντέινερ σωριαζόντουσαν τα τρυπημένα κορμιά, ανάμεσα σε σπασμένες βελόνες και ξερατά. Μπόχα ανυπόφορη ερχόταν απ’ τις αποθήκες – σάπιζαν τα εμπορεύματα ριγμένα σε σωρούς. Ερχόντουσαν μες στη νύχτα οι λαθρέμποροι και μέχρι να ξημερώσει είχαν στριμώξει στα φορτηγά κονσέρβες, μηχανήματα και φάρμακα δίνοντας για αντίτιμο τσιγάρα και τρομαγμένα κορίτσια. Ήταν δύσκολο να παραμείνει κανείς ζωντανός χωρίς να τους δίνει πληροφορίες –σε ποιά αποβάθρα βρίσκονται οι προμήθειες, ποιός είχε φέρει καινούργια όπλα– τέτοια πράγματα. Είχα ξεμείνει εκεί, κρύβοντας το πρόσωπό μου πίσω από μια σειρά ψεμμάτων. Από μέρα σε μέρα περίμενα κάποια ελάχιστη πληροφορία για σένα – πού ήσουν; Μου αρκούσε ένα σινιάλο –όσο μακρινό κι αν ήταν– για να σηκωθώ.

Ζωγράφιζα ασταμάτητα πάνω σε σκληρά χαρτόνια τις τράπουλες που μου ζητούσαν δολοφόνοι και κλεπταποδόχοι. Έφτιαχνα βασιλιάδες που αυτοκτονούν στα μαύρα τους κελιά κι εκείνες τις βασίλισσες που στερημένες απ΄το ξίφος τους δηλητηριάζουν με πικρές σταγόνες τους άπιστους εραστές τους. Ένα πράσινο φυλλαράκι ήταν η υπογραφή μου, μόνο εσύ γνώριζες γιατί.

«Πάντα πρέπει να λαμβάνεις υπ’ όψη σου το βλέμμα του τζόκερ» μου είχε πει με το φρύδι του ανασηκωμένο ένας παράξενος ναυτικός που ήρθε κι αγόρασε όλες τις τράπουλες. «Ο τζόκερ πάντα μεταμφιέζεται» του είπα, τυλίγοντας προσεχτικά τα τραπουλόχαρτα με όση σκιά είχα φυλάξει για τέτοιες περιστάσεις. «Το βλέμμα του δεν καθρεφτίζει τίποτα απ’ τις σκέψεις του. Ακούει όλα τα ψιθυρίσματα και βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Δεν πρέπει να κοιτάζεις τα μάτια αλλά τα επιδέξια δάχτυλα που φανερώνουν θησαυρούς και κρύβουν αστραπιαία τους λόγους που θα χάσεις το παιχνίδι».

Μάθαινα τους ανθρώπους σχεδιάζοντας φιγούρες παιχνιδιών και σύμβολα με θυρεούς, καρδιές που αιμορραγούν αιωνίως και ψεύτικα διαμάντια. Ώσπου ήρθε η Κυριακή κι εσύ πέρασες κάτω απ’την αψίδα.

Ήσουν μεταμφιεσμένος, όπως κι εγώ.

παρα/τήρηση