Σοκολάτα

Τα ράφια στο μαγαζί δεν είχαν κανένα προϊόν με σύντομη ημερομηνία λήξης. Υπήρχαν μακαρόνια, ρύζι, πελτές, αλεύρι, ζάχαρη, όσπρια, χαρτί υγείας, ζαμπονάκια και λάντσιον μητ στα ράφια, και μπισκότα και σοκολάτες στον πάγκο.

Μπαίνοντας στο χωριό, ο Κώστας είχε προσπεράσει ένα χορταριασμένο κι έρημο γήπεδο του μπάσκετ με σκουριασμένες μπασκέτες χωρίς δίχτυ, ένα καταχτυπημένο παλιό TOYOTA που ίσα που άφηνε χώρο για να περάσει άλλο αμάξι από τον στενό μοναδικό δρόμο του χωριού, και μια πέτρινη βρύση· κι έφτασε στην πλατεία, ένα πλάτεμα του δρόμου στην ουσία, με το μαγαζί από τη μια μεριά και με δύο σαπισμένα παγκάκια αντίκρυ, κάτω  από ένα θεόρατο πλατάνι. Στο ’να παγκάκι καθόταν ένας άντρας γερτός, μέχρι γδαρσίματος ξυρισμένος και με ρούχα καθαρά αλλά τριμμένα.

«Έχεις τσιγάρο;» του είπε ο άντρας.

Ο Κώστας φόραγε άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο με τσέπη στο στήθος, μαύρο στην πλάτη και στις μασχάλες απ’ τον ιδρώτα. Έβγαλε από την τσέπη ένα τσαλακωμένο πακέτο Marlboro με τον αναπτήρα μέσα, το τίναξε στη χούφτα του να πέσει ο αναπτήρας κι ένα τσιγάρο, το ’δωσε στον άντρα και του το άναψε.

«Θα μου πάρεις μια σοκολάτα;» τον ρώτησε έπειτα εκείνος.

Το σκέφτηκε για μία στιγμή, αν θα ’πρεπε να του την πάρει. Δεν ήταν  πιτσιρίκι, να ζητάει έτσι σοκολάτα από έναν περαστικό. Ίσως ήταν μεσήλικας που είχε γεράσει πρόωρα, ή μπορεί να ’ταν γέρος που μικρόφερνε. Είχε κάτι στραβό στη μούρη του και μια θολή γυαλάδα στο μάτι. Ο Κώστας σκέφτηκε πως δεν πρέπει να ήταν ολότελα στα συγκαλά του.

«Πάω μέσα», του είπε. «Κάπνισε το τσιγάρο κι έρχομαι».

Μπήκε στο μαγαζί. Είχε σταματήσει γιατί ένιωσε πείνα· όχι μια συνηθισμένη λιγούρα, μα ένα άδειασμα σαν να ’χε ανοίξει ξάφνου στο στομάχι του ένα άπατο κενό. Δεν θυμόταν να είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι. Του φαινόταν πως αν δεν έβαζε κάτι στο στόμα του μπορεί να λιγοθυμούσε.

Μια γριά καθόταν μέσα. Δεν έβλεπε τηλεόραση ούτε άκουγε ραδιόφωνο, ούτε έκανε κάτι άλλο. Μονάχα καθόταν. Έξω ήταν καταμεσήμερο, αλλά η μέρα σταματούσε με το που δρασκελούσες το κατώφλι του μαγαζιού κι ένα πνιγερό σύθαμπο βασίλευε παραμέσα. Τα προϊόντα μακράς διαρκείας στα ράφια ήταν ταχτικά αραδιασμένα σε λόχους από ζυμαρικά και διμοιρίες από κονσέρβες.

«Καλημέρα», είπε.

«Καλημέρα σας», του ’πε η γριά.

Στηρίχτηκε σ’ ένα μπαστούνι, σηκώθηκε και προχώρησε κουνώντας μπροστά της το ξύλο σαν ραβδοσκόπος. Ήταν τυφλή.

«Κάτσε, γιαγιά – κάτσε», της είπε. «Θα πάρω κάτι και θα σου πω».

Εκείνη όμως δεν κάθισε· πήγε πίσω από τον πάγκο και στάθηκε. Ο Κώστας κοίταξε ένα ένα τα τρόφιμα στα ράφια και πήρε ένα λάντσιον μητ μ’ εύκολο άνοιγμα, με κλειδί που το στριφογυρνούσες ώσπου ξεφλούδιζες από το πάνω μέρος της κονσέρβας μια τενεκεδένια λωρίδα. Πήρε κι ένα πακέτο φρυγανιές. Μα δεν είχε πιρούνι.

«Πήρα μια κονσέρβα» –της είπε την τιμή που ήταν κολλημένη αποκάτω– «και φρυγανιές. Μα δεν έχω πιρούνι».

«Να, πάρε ένα πιρούνι, γιε μου», είπε η γριά και του ’δωσε ένα πιρούνι με στραβωμένο το ένα δόντι. «Μα δεν έχω πού να κάτσεις να φας», του είπε.

«Δεν πειράζει, γιαγιά», είπε ο Κώστας. «Θα φάω στο παγκάκι αντίκρυ. Έχει δροσιά κάτω από το πλατάνι, κι ωραία θέα» – κι έπειτα θυμήθηκε: «Θα πάρω και μια σοκολάτα».

«Εκείνος έξω σ’ τη ζήτησε;» τον ρώτησε αγριεμένη.

«Ναι», της απάντησε. «Τι πειράζει; Μια σοκολάτα είναι» – πλήρωσε και βγήκε.

Ο άντρας είχε καπνίσει το τσιγάρο. Του έδωσε τη σοκολάτα, κάθισε στ’ άλλο παγκάκι, άνοιξε το λάντσιον μητ και το πακέτο τις φρυγανιές κι άρχισε να τρώει: μια πιρουνιά κρέας, μια μπουκιά φρυγανιά. Μα έπειτα η γριά βγήκε από το μαγαζί και, χτυπώντας μπροστά της το μπαστούνι πέρα δώθε, διέσχισε το δρόμο.

«Δεν σου ’πα να μη ζητιανεύεις από τον κόσμο;» τον μάλωσε.

«Τι θες, ρε μάνα;» της είπε. «Αφού εσύ δεν μου δίνεις ποτέ. Τσιγκουνεύεσαι μια σοκολάτα».

«Δεν είμαστε ζητιάνοι, Τάκη. Μπρος, πάμε σπίτι».

«Δεν πάω πουθενά».

«Σήκω. Μπρος. Πάμε σπίτι».

Ούτως ή άλλως είχε φάει τη σοκολάτα του, έτσι σηκώθηκε και προχώρησαν μαζί προς τη βρύση: εκείνος γερτός και παρασάνταλος, εκείνη τυφλή.

Ο Κώστας απόφαγε, μπήκε στο ακλείδωτο έρημο μαγαζί, άφησε στον πάγκο το πιρούνι με το στραβωμένο δόντι, βγήκε ξανά έξω και συνέχισε το ταξίδι του. Είχε φάει μια ολόκληρη κονσέρβα και πέντ’ έξι φρυγανιές, μα το κενό που ’χε νιώσει, κι αν δεν υπήρχε πια το ίδιο, είχε αφήσει πίσω του το φάντασμα μιας ακαταπράυντης πείνας.

παρα/τήρηση