Suicide

Σπανίως είχες άδικο, αφού μιλούσες λίγο. Και μιλούσες λίγο διότι έβγαινες λίγο. Αν θα έβγαινες, άκουγες και κοιτούσες. Θα έχεις πάντα δίκιο, εφόσον πια δεν μιλάς καθόλου. Για να πω την αλήθεια μιλάς ακόμα σε εκείνους, όπως εγώ, που σε ξαναζωντανεύουν και σε ρωτούν. Ακούμε τις απαντήσεις, και μέσα από αυτές θαυμάζουμε τη διάνοιά σου. Εάν όμως τα γεγονότα, διαψεύσουν τις συμβουλές σου, κατηγορούμε τους εαυτούς μας που δεν τις ερμηνεύσαμε σωστά. Σε σένα αποδίδουμε τα ορθά, σε μας τα λάθη.

Θα ζήσεις περισσότερο απ’ όσο επιβιώσουν εκείνοι που σε γνώρισαν. Θα πεθάνεις μαζί με τον τελευταίο από εμάς. Κι αυτό, μόνον αν δεν σε έχουν διασώσει ορισμένοι με τα λόγια που έχουν πει και έχουν περάσει και στη μνήμη των παιδιών τους. Στην περίπτωση αυτή, επί πόσες άραγε γενιές θα ζήσεις, ως «προφορικός άνθρωπος»;

Είχες πάει σε μια συναυλία στο Παρίσι. Στο τέλος του πρώτου μέρους, ο τραγουδιστής έκοψε τις φλέβες του και σκόρπισε το αίμα στις πρώτες σειρές διαγράφοντας αψίδες κύκλων με τα μπράτσα του. Η καφέ δερμάτινη μπλούζα σου δέχτηκε σταλαγματιές που διακρίνονταν πάνω στο καφέ όταν στέγνωσαν. Μετά τη συναυλία, πήγες με τους φίλους σου σε ένα μπαρ που έχεις ξεχάσει το όνομά του. Μίλησες με αγνώστους επί ώρες. Έπειτα, περπατήσατε στους δρόμους σε αναζήτηση άλλων καφέ, μα ήταν όλα κλειστά. Φτάσατε μέχρι τους πάγκους της πλατείας δίπλα στο σταθμό Σεν Λαζάρ και σχολιάσατε το σχήμα των νεφών. Κατά τις έξι προγευματίσατε. Στις εφτά πήρατε το πρώτο τρένο για τα σπίτια σας. Όταν, την επομένη, οι φίλοι σου σού επανέλαβαν τα λόγια που είχες απευθύνει σε αγνώστους στο καφέ, εσύ δεν θυμόσουν πια τίποτα. Ήταν σαν κάποιος άλλος να είχε μιλήσει από μέσα σου. Δεν αναγνώριζες ούτε τα λόγια ούτε τη σκέψη, όμως σου άρεσαν οι λέξεις που είχες πει, αν και δεν θυμόσουν να τις έχεις πει. Ήταν συχνά αρκετό να επαναλάβει κανείς τα λόγια σου για να τα αγαπήσεις. Παρατήρησες αυτά που σου επαναλάμβαναν. Του κειμένου που είχες γράψει, ήσουν δυο φορές ο συγγραφέας.

Όλη σου η ζωή υπήρξε μια υπόθεση. Όσοι πεθαίνουν γέροι, είναι ένας όγκος παρελθόντος. Τους σκέφτεται κανείς και εμφανίζονται σαν αυτό που υπήρξαν. Σκέφτεται κανείς εσένα και εμφανίζεσαι σαν αυτό που θα μπορούσες να έχεις γίνει. Ήσουν και θα παραμείνεις μία δέσμη πιθανοτήτων.

Η αυτοκτονία σου ήταν η πιο σημαντική κουβέντα της ζωής σου, μα όμως δεν έδρεψες τους καρπούς της.

Λοιπόν είσαι νεκρός ενόσω σου μιλάω;

Αν ζούσες ακόμη, θα ήμασταν φίλοι; συνδέθηκα πλέον με άλλα πρόσωπα. Όμως ο χρόνος με χώρισε από αυτά χωρίς να το αντιληφθώ. Αρκούσε ένα χτύπημα τηλεφώνου για να ξαναβρεθούμε. Κανείς όμως από εμάς δε διακινδυνεύει την ψευδαίσθηση μιας επανασύνδεσης. Η σιωπή σου έχει πια μετατραπεί σε ευγλωττία. Κι αυτοί, που μπορούν ακόμα να μιλούν, έχουν μείνει σιωπηλοί. Έχω πάψει να σκέφτομαι εκείνους με τους οποίους υπήρξα τόσο κοντά. Όμως εσύ, κάποτε απόμακρος και σκοτεινός, ακτινοβολείς τώρα στο πλάι μου. Όταν αμφιβάλλω, αποζητώ τις απόψεις σου. Οι απαντήσεις σου με ικανοποιούν περισσότερο από αυτές που θα μπορούσαν εκείνοι να μου δώσουν. Με συνοδεύεις πιστά, όπου βρίσκομαι. Οι άλλοι είναι οι εξαφανισμένοι. Εσύ είσαι ο μέγας παρών.

Είσαι ένα βιβλίο που μου μιλά όποτε το θελήσω. Ο θάνατός σου έγραψε τη ζωή σου.

Δεν με στενοχωρείς, σημαντικό με κάνεις να νιώθω. Παρενοχλείς την αθεράπευτη ελαφρότητά μου. Όταν έχω διαύγεια, και για κάποιον λόγο που αγνοώ, εμφανίζεται μπροστά μου η μορφή σου, αποδίδω στα πρόσωπα που με περιβάλλουν τη σημασία τους. Τα πράγματα αποκτούν μια λάμψη που σπάνια βρίσκω σε αυτά. Επωφελούμαι αντ’ εσού αυτού που πλέον δεν γνωρίζεις. Νεκρός, με κάνεις πιο ζωντανό.

 

Κατερίνα Χανδρινού

 


 

*Απόσπασμα μεταφράσματος από το Suicide του Edouard Levé, εκδ. Gallimard, 2008

παρα/τήρηση