Θωμάς Συμεωνίδης: Η γραφή είναι μια προνομιακή μορφή συνομιλίας

Στην περίπτωση του Θωμά Συμεωνίδη ικανοποιείται μια τριπλή συνθήκη: συγγραφέας, μεταφραστής, ερευνητής φιλοσοφίας και αισθητικής. Εδώ ο ένας τομέας παροχετεύει τον άλλον, παράγοντας ένα νέο χώρο, καινό, που επαληθεύει τη σύζευξη φαινομενικά διεστώτων λόγων. Με άλλα λόγια, η άρση των βεβαιοτήτων και των γνωσιακών αποκλίσεων μεταξύ των πεδίων, συνιστά τη βαθύτερη ενοποιητική δύναμη του έργου του. Από το Γίνε ο ήρωάς μου! μέχρι τις μεταφράσεις του Beckett και τον θεατρικό μονόλογο Υπάρχει επίσης, ο Θωμάς Συμεωνίδης χτίζει ένα παλίμψηστο αναφορών, έναν ευρύ ταμιευτήρα, όπου η έρευνα και η αναζήτηση αποτελούν προϋπόθεση και ερέθισμα γραφής. Ισχύει, φυσικά, και το αντίστροφο.

 

θωμάς συμεωνίδης

 

Αναρωτιέμαι αν με το Γίνε ο ήρωάς μου! τοποθετείσαι, έστω και αλληγορικά, σε σχέση με αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «κρίση» και κυρίως σε σχέση με τον συγχρονικό και διαχρονικό της ορίζοντα;

Στο Γίνε ο ήρωάς μου! δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «κρίση» ούτε μία φορά. Περισσότερο επιδιώκω να χαρτογραφήσω καταστάσεις, που τις θεωρώ υπέρμετρα παθολογικές και τις βίωσα και εγώ ο ίδιος. Η δική μου επαφή με αυτό που ονομάζεται «περίοδος της κρίσης», ήταν η απόφαση μου το 2010 να φύγω στη Γαλλία. Μέχρι τότε είχα γράψει το πρώτο προσχέδιο του βιβλίου και όταν έφτασα στη Γαλλία, από απόσταση πια, το ξαναδούλεψα. Νομίζω ότι έτσι μπόρεσα να καταλάβω για ποιους λόγους έφυγα, τι με απώθησε και τι ήταν αυτό, που είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξω τόσα πράγματα στη ζωή μου. Θα στο πω και διαφορετικά: είχα έρθει το 2006 στην Ελλάδα από την Αγγλία και το Λονδίνο, τότε που ακόμη τα πράγματα ήταν φαινομενικά ρόδινα. Επέστρεψα με το σκεπτικό να κάνω κάποιες επαγγελματικές κινήσεις. Δεν βρήκα πουθενά μία υγιή βάση, ένα ελάχιστο πλαίσιο κανόνων, πάνω στο οποίο θα μπορούσε κάποιος να κινηθεί, να επενδύσει τη διάθεση και τις ικανότητές του, να παράγει ένα έργο που θα αφορά και θα ικανοποιεί και τον ίδιο αλλά και μια ευρύτερη ομάδα. Στην πορεία διαπίστωσα, ότι τα παραπάνω δεν σχετίζονταν μόνο με το γεγονός ότι αυτές ήταν οι πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες. Συνειδητοποίησα ότι ήταν μια γενικότερη κατάσταση και απορούσα με το γεγονός ότι συντηρούνταν ως είχε. Υπήρχε πολύ μεγάλη αδράνεια στο εσωτερικό του συστήματος, είδα ότι είχαν επικρατήσει κάποιες δυναμικές, που βασίζονται σε μια γνώση πολύ ειδικού τύπου.

Στο Γίνε ο ήρωάς μου! περιγράφω αυτήν ακριβώς την διαδικασία εισόδου σε ένα τέτοιο σύστημα, τον Οργανισμό, που θα μπορούσε να είναι οποιασδήποτε δημόσιος οργανισμός, μια οποιαδήποτε ΔΕΚΟ, ένα οποιοδήποτε μόρφωμα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα. Συνειδητοποίησα, πως κάποιοι άνθρωποι που βρίσκονται στην παραγωγική τους ηλικία, μπορούν πολύ γρήγορα να αδρανοποιηθούν και να βρεθούν υποταγμένοι σε μια λογική, που τους είναι τελείως ξένη, αδιέξοδη, εκβιαστική και διλημματική. Με άλλα λόγια, ή υπακούς σε κάτι με το οποίο είσαι τελείως αντίθετος προκειμένου να εξασφαλίσεις ένα μίνιμουμ επιβίωσης εντός του πλαισίου, ή βρίσκεσαι ένοχος, αργά ή γρήγορα, για πράγματα που δεν έχεις κάνει. Ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα εκβιάζει τη συγκατάθεσή σου. Και αυτό είναι ενάντια σε ό,τι πίστευες ή σε ό,τι ήθελες να κάνεις.

Και για να μπούμε και λίγο στην ουσία του βιβλίου: η πρώτη εικόνα που έδωσε το έναυσμα για όλο το έργο ήταν ο Ναρκωμένος, ένας βασικός χαρακτήρας του βιβλίου. Τον ναρκώνουμε, τον αδρανοποιούμε χωρίς όμως να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για αυτό. Τον ναρκώνουμε, γιατί δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί ανάμεσά μας έχοντας υγεία, γιατί δεν ξέρουμε τι να κάνουμε μαζί του. Και αυτό νομίζω ότι είναι μια συνθήκη, που χαρακτήρισε τη στάση ενός ολόκληρου συστήματος απέναντι σε ένα δυναμικό νέων ανθρώπων με πολλές ικανότητες και διάθεση να αλλάξουνε τα πράγματα στο εσωτερικό της δημόσιας διοίκησης και στον τρόπο που λειτουργούμε στη χώρα. Στο βιβλίο παρουσιάζεται επίσης ο Συμβασιούχος, άλλη μια μεγάλη παθογένεια της Δημόσιας Διοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που προκειμένου να έχει μια σύμβαση ως πρώτο βήμα μιας επαγγελματικής συνέχειας, αναγκάζεται να γίνει υποτελής και να δέχεται το οτιδήποτε. Ο λόγος για τον οποίο έδωσα αλληγορικές ετικέτες στο βιβλίο ήταν γιατί ένιωσα ότι εκφράζουν ευρύτερες ομάδες. Εξέτασα τρεις διαφορετικές όψεις της ίδιας ηλικιακής κατηγορίας, που κατά καιρούς έχει χαρακτηριστεί και ως «χαμένη γενιά», έναν όρο που δεν τον αποδέχομαι αλλά τον χρησιμοποιώ προβοκατόρικα περισσότερο, ως υπόθεση, η οποία περιμένω να διαψευστεί. Αυτοί οι τρεις βασικοί χαρακτήρες, οι οποίοι παρουσιάζονται στο Γίνε ο ήρωάς μου!, ο Ναρκωμένος, ο Συμβασιούχος και ο Αφηγητής ανήκουν ηλικιακά λοιπόν σε αυτή τη «χαμένη γενιά». Και όλα αυτά σε μια αφήγηση και έναν αφηγητή που είναι κάθε άλλο παρά αξιόπιστος. Νομίζω ότι σε τέτοιες συνθήκες το ζητούμενο είναι η αποκατάσταση μιας ορθής ανάγνωσης των γεγονότων. Και αυτό δεν είναι μόνο το ζητούμενο σε αφηγηματικό επίπεδο, αλλά και στο καθημερινό και κοινωνικό.

 

Θεωρείς πως η αξιοπιστία είναι χαμένη υπόθεση; Με τι όρους μπορεί να διασφαλιστεί;

Δεν είναι χαμένη υπόθεση η αξιοπιστία, αλλά ένα δύσκολο και διαρκές ζητούμενο. Αφηγηματολογικά την μεταχειρίζομαι αρνητικά, περισσότερο ως κάτι που πλανάται στον αέρα, κάτι μετέωρο. Το πρώτο μέρος, η «Αρχή» και το τελευταίο, το «Τέλος», στο Γίνε ο ήρωάς μου! είναι δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος. Αποκλείεται να συμβαίνουν και τα δύο, οπότε το ένα από τα δύο είναι λάθος. Άρα, η κάπου χαμένη αξιοπιστία, πρέπει να αναζητηθεί μαζί με κάποιες άλλες προϋποθέσεις, που για μένα είναι οι εξής: η αποκατάσταση μίας υγιούς σκέψης και μίας ορθής σχέσης με την πραγματικότητα. Δεν θεωρώ καθόλου δεδομένο, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί και να αξιολογήσει σωστά και αντικειμενικά κάποια πράγματα που τον αφορούν άμεσα. Ειδικά, δε, όταν συζητάμε για επαγγελματικές επιλογές, σταδιοδρομία, αποκατάσταση, εξασφάλιση του βιοπορισμού, νομίζω ότι εμπλέκονται παράμετροι πολύ πιο σύνθετες. Δοκιμάζεται το σύνολο των επιλογών μας και τίθεται συνεχώς σε αμφισβήτηση ο προσανατολισμός που έχουμε διαλέξει.

Όλα τα παραπάνω στο Γίνε ο ήρωάς μου! είναι βασικά ζητούμενα. Όμως, σε περιόδους πολιτικής, κοινωνικής ή άλλων μορφών όξυνσης, η παθολογία αυξάνεται και το ζητούμενο της αξιοπιστίας γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό.

 

Πολυτεχνείο, οικονομικές σπουδές, σπουδές στην αισθητική και τη φιλοσοφία σε διδακτορικό και μεταδιδακτορικό επίπεδο. Όλοι αυτοί οι διεστώτες λόγοι, πώς συνδυάστηκαν ως περιοχές επαλήθευσης και πώς τροφοδοτεί η μία την άλλη;

Βλέποντας προς τα πίσω, συνειδητοποιώ ότι είναι πολλά τα πράγματα που συνυπάρχουν με τρόπο παράδοξο στη ζωή ενός ανθρώπου. Στην περίπτωσή μου τίποτα δεν ήταν προσχεδιασμένο εξαρχής. Θα μπορούσα να σταματήσω μετά το πρώτο πτυχίο. Αλλά πολλές φορές το ένα φέρνει το άλλο. Οι σπουδές στη δική μου περίπτωση δεν ήταν ένα ζήτημα απόκτησης επαγγελματικών δεξιοτήτων ή τρόπος αποκατάστασης. Και αυτό κατά κάποιον τρόπο το «πληρώνω» ευεργετικά. Έχω κάνει επιλογές στην πανεπιστημιακή μου εκπαίδευση, που δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα από επαγγελματική άποψη, και όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομική άνεση τόσο από την οικογένειά μου αρχικά όσο και από εμένα τον ίδιο στη συνέχεια, δεν υπήρχε δηλαδή ένα μαξιλαράκι ασφαλείας. Ήταν όλα μια πολύ επώδυνη διαδικασία εξέλιξης, αναζήτησης και διερώτησης. Κάθε φορά που έβλεπα ότι έκλεινε ο κύκλος με ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο ή πεδίο, ένιωθα τελείως μετέωρος. Προσπαθούσα να καταλάβω για ποιον ακριβώς λόγο νιώθω δυσφορία ως προς την κατεύθυνση που προδιαγραφόταν από την μία ή την άλλη επιλογή. Τελείωσα το πολυτεχνείο και ένιωθα, ότι κάτι μου διαφεύγει, πως ίσως θα μπορούσα να το προσεγγίσω μέσα από σπουδές στις οικονομικές και πολιτικές επιστήμες. Όταν έκλεισε και αυτός ο κύκλος σπουδών, ένιωσα ότι κάτι μου διέφευγε πάλι. Αυτές, βέβαια, είναι διαπιστώσεις, που προκύπτουν αναδρομικά.

Πρέπει να σου πω ότι μέσα σ’ όλη αυτή τη διαδρομή συχνά ένιωθα μια μεγάλη ανάγκη να συγκροτήσω μια πολύ διακριτή ταυτότητα, να πω ότι είμαι αυτό, κάνω αυτό, σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο, τα προβλήματα με τα οποία έρχομαι αντιμέτωπος ως άνθρωπος ή ως μέρος μιας συλλογικότητας μπορούν να αντιμετωπιστούν με αυτά και με αυτά τα εργαλεία, ωστόσο είδα ότι αυτός ο τρόπος σκέψης σε μένα προσωπικά δεν λειτουργεί. Ήταν μια πολύ επώδυνη και ευεργετική συνάμα διαπίστωση, γιατί τότε ξανασυνάντησα τη λογοτεχνία με έναν πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο. Τότε πήρα την απόφαση, ότι αυτό που εμένα μου παρέχει μια ελάχιστη αίσθηση προσανατολισμού είναι η λογοτεχνία, γιατί δημιουργεί ταυτίσεις και επικοινωνία. Είναι κάτι πιο οικουμενικό πνευματικά και επιπλέον λειτουργεί και προδρομικά. Διατυπώνει ερωτήματα, ακριβώς γιατί υπάρχει αυτή η συγκεκριμενοποίηση μέσα από τους χαρακτήρες και την πλοκή και το κάνει πριν ακόμα διατυπωθούν μέσα σου. Είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να αντιληφθεί τις διεργασίες και ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα εντός του και εξίσου δύσκολο να τις επικοινωνήσει, ακριβώς γιατί είναι ζυμώσεις και διεργασίες και όχι σκέψεις. Προσπαθούμε συχνά να αφουγκραστούμε ένα συναισθηματικό δυναμικό που πολλές φορές όμως, μπορεί να είναι παραπλανητικό. Μπορεί να είναι αντίδραση, υπεκφυγή, δυσφορία, ματαίωση. Αλλά πρέπει εκεί ακριβώς να βρούμε το όριο, να βρούμε δηλαδή αν όλα αυτά είναι βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις σε κάτι το οποίο μας κουράζει επειδή είναι διαφορετικό από ό,τι περιμέναμε ή επειδή συντρέχει κάποιος βαθύτερος λόγος.

Η συνάντηση, δηλαδή, εκ νέου με τη λογοτεχνία, όχι για να αντλήσω αναγνωστική απόλαυση αλλά για να μπορέσω να προσανατολιστώ με έναν καλύτερο τρόπο στην ζωή μου, ήταν ευεργετική. Και έτσι πέρασα και στην άλλη όχθη, τη συγγραφή. Προσπάθησα να μεταφέρω και να αποδώσω με γραπτό τρόπο και σιγά σιγά με τα στοιχεία της αφήγησης και της πλοκής, τι ακριβώς αισθάνομαι. Όταν συνειδητοποίησα πού βασίζεται και πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία, άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου ένας τεράστιος μετασχηματιστικός μηχανισμός, έπρεπε βασικά να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι αρκετά ικανός για να κάνω αυτό το πράγμα. Έτσι, μπήκα σε μια διαδικασία να κάνω κόντρα σπουδές, για να συμπληρώσω αυτό που ένιωθα ότι χρειάζομαι ως αναγνωστικό, συγγραφικό και λογοτεχνικό απόθεμα και να καταφέρω κάποια στιγμή να φτιάξω μια λογοτεχνία προσωπική, που θα έχει νόημα να υπάρχει.

 

Αναδρομικά, λοιπόν, διατυπώνεις ενστάσεις για τις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εντός του πλαισίου των τεχνοκρατικών σου σπουδών. Θέλω να πω: μου δίνεις την εντύπωση πως η στροφή σου υπαγορεύτηκε από μια επείγουσα ανάγκη μετατόπισης. Κάνω λάθος;

Έφτασα σ’ αυτήν τη συνειδητοποίηση, όταν ένιωσα ότι όλη αυτή η επένδυση, η αναζήτηση και η έρευνα που είχα κάνει, προκειμένου να δω ποια επαγγελματική επιλογή θα μου ταίριαζε περισσότερο, αποκλείει ένα μεγάλο κομμάτι που με αφορά και το οποίο θα ήθελα να είναι διαρκές αντικείμενο στοχασμού και διερώτησης. Το αίτημα αυτό είχε εισβολές στην καθημερινότητά μου με πολύ μεγάλη συχνότητα. Επίσης, σε όποιες δουλειές είχα κάνει ως τότε, δεν μπορούσα να είμαι πολύ επαγγελματίας, να είμαι δηλαδή ψυχρός ή διεκπεραιωτικός και να σκέφτομαι ότι δεν με ενδιαφέρει αν το σύστημα λειτουργεί έτσι ή αλλιώς, να τελειώνω δηλαδή τη δουλειά μου, να φεύγω από αυτό το περιβάλλον, και να κάνω έξω από αυτό ό,τι με ευχαριστεί. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω έτσι. Θέλω να ασχολούμαι με πράγματα που είναι σημαντικά για μένα από το πρώτο λεπτό της ημέρας μέχρι το τελευταίο. Είχα ερωτήματα και ένιωθα πως ήθελα να βρω έναν τρόπο να τα διατυπώσω και για αυτό μπήκα σε ένα νέο κύκλο σπουδών παράλληλα με την επαγγελματική μου ενασχόληση της εποχής. Γιατί θεωρώ ότι είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να διαβάζει κανείς από μόνος του, αλλά θεωρώ επίσης ότι έχει πολύ μεγάλο νόημα η διαδικασία των σπουδών γιατί αποκτάς πειθαρχία, επικοινωνείς μέσω του διαλόγου, παρουσιάζεις τα πορίσματα της δουλειάς και της έρευνάς σου, τα εκθέτεις σε ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπορούν να σου δώσουν μια αίσθηση για το πόσο ακριβής είναι η διαδικασία που έχεις ακολουθήσει, πόσο αυθαίρετη ή πόσο συστηματική είναι η προσέγγισή σου. Έτσι ένιωσα πολύ έντονα την ανάγκη να αποκτήσω μια συστηματική προσέγγιση στη φιλοσοφία, να δω συνδυαστικά τη φιλοσοφία με την τέχνη και την αισθητική. Φυσικά, συντέλεσαν σε όλα αυτά, η δυσφορία που ένιωθα για τις μέχρι τότε επαγγελματικές μου εμπειρίες. Αν υπήρχε μία επαγγελματική δομή από την οποία θα μπορούσα να αντλήσω κάποιες συναισθηματικού τύπου απολαβές, αν υπήρχε αυτό το μίνιμουμ υγείας, ώστε να μην φοβάμαι διαρκώς το ενδεχόμενο παγίδευσης εντός αυτής της δομής, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Ωστόσο, πιστεύω κι εγώ πως κάθε εμπόδιο βγαίνει σε καλό, αν και νομίζω ότι ήταν ευεργετικό το ότι αντιμετώπισα προβληματικές καταστάσεις καθώς φανερώθηκαν νοητικοί και ψυχικοί μηχανισμοί που αγνοούσα.

 

Τα συμπεράσματά σου αυτά, και αναφέρομαι κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την πορεία συγκρότησης μιας ταυτότητας, θεωρείς ότι έχουν οριστικό χαρακτήρα ή είναι μια διαρκής προσπάθεια, ένα “work in progress”, ας πούμε;

Δεν θεωρώ, ότι οδεύω προς κάτι το οποίο μπορεί να γίνει αυστηρά ορισμένο και κλειστό. Έχω κάποιους στόχους στη ζωή μου και θα ήθελα κάποια στιγμή να τους δω να εκπληρώνονται. Αλλά και πάλι θεωρώ, ότι όταν έρθει η ώρα να κάνεις μια αξιολόγηση θα υπάρχουν πολλά πράγματα ανοιχτά, θα σου διαφεύγουν και τα οποία, αν τα καλοσκεφτείς, θα εξακολουθούν να είναι ανταγωνιστικά ως προς αυτό που θεωρείς ότι είσαι. Δεν πιστεύω, ότι μπορεί να υπάρξει μια οριστική ταυτότητα, αλλά ότι οι συζητήσεις αυτού του είδους καλύπτουν μόνο το κομμάτι της χαρτογράφησης μιας παραγωγής συγκεκριμένου τύπου. Δεν καλύπτουν, όμως, τον ψυχισμό ούτε το πώς αυτός μεταβάλλεται με βάση τις τόσες χρονικότητες που μας διαπερνούν. Θεωρώ, με άλλα λόγια, ότι κάθε χρόνο θα βρίσκομαι διαρκώς αντιμέτωπος με πράγματα που θα μου είναι καινούρια, θα με αιφνιδιάζουν και θα με αποσταθεροποιούν.

 

Μου λες, δηλαδή, ότι αναζητάς την αποσταθεροποίηση, ή κάνω λάθος;

Διαρκώς. Και την αποσταθεροποίηση και την αυτοϋπονόμευση.

 

Αλλά και την υγεία.

Νομίζω ότι μόνο έτσι μπορεί να επέλθει μια αίσθηση του τι είναι αυτό το οποίο υπάρχει ως προαπαιτούμενο μιας υγείας στη σκέψη και στην επικοινωνία. Μπορείς να αποσταθεροποιήσεις ή να υπονομεύσεις σωστά, όταν αντιληφθείς ακριβώς πού είναι το πρόβλημα στο πεδίο αυτό που αμφισβητείς.

 

 

Καταλαβαίνω, λοιπόν, ότι η αμφιβολία σε σένα λειτουργεί ως γενεσιουργός αιτία μιας κυκλικής κίνησης: αμφιβολία – αποσταθεροποίηση – υγεία. Μου περιγράφεις μια δυναμική κατάσταση που συνεχώς επαναλαμβάνεται. Δεν υπάρχουν στατικές παράμετροι στο σύστημα αυτό;

Υπάρχουν κάποια στοιχεία που είναι στατικά, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουμε και τι είναι ρευστό σε αυτό το οικοδόμημα. Εντάσσω, δηλαδή, σε όλη μου την προβληματική την αμφιβολία, την άγνοια, την αβεβαιότητα· οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι αρνητικό ως προς την αναζήτηση αναφορών προσανατολισμού, αλλά την ίδια στιγμή αρνούμαι και την απόλυτη σχετικοποίηση. Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο αναζήτησης καλό είναι να υπάρχει ένα ελάχιστο αναφορών, έστω και αν αυτό ενέχει κάποιον βαθμό αυθαιρεσίας. Να στο πω και διαφορετικά: αν πούμε ότι η αναζήτηση ταυτότητας έχει κυρίως να κάνει με την αναζήτηση μιας επισταμένης γνώσης, δηλαδή μιας γνώσης που μπορεί να επαληθευτεί, εμένα με ενδιαφέρει το αντιδιαμετρικό στοιχείο, δηλαδή η αναζήτηση μιας επισταμένης άγνοιας. Με ενδιαφέρει να έχω μια εποπτεία του τι είναι αυτό που δεν μπορώ τελικά να γνωρίζω. Και αυτό που δεν μπορώ να γνωρίζω, είναι αυτός ο υπονομευτικός και αποσταθεροποιητικός παράγοντας σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαδικασία γνώσης και επαφής με την πραγματικότητα. Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το δεύτερο είναι, ότι έχω μια πολύ μεγάλη άρνηση σε ό,τι έχει να κάνει με την εξειδίκευση. Παρά το γεγονός ότι έχω αφιερώσει πολύ χρόνο και ενέργειες σε σπουδές, δεν θα βρει κανείς πίσω από όλα αυτά ένα σταθερό αίτημα εξειδίκευσης. Το ένα έφερε το άλλο με έναν τρόπο πολύ αντιφατικό, αλλά πολύ επιτακτικό. Το αποτέλεσμα, αυτής της πορείας, συνεχίζει να είναι η παραγωγή μιας γνώσης, που προέρχεται από την αντίφαση και την αυτοαναίρεση χωρίς ωστόσο να χάνεται η επαφή με αυτό που είναι το πιο ουσιαστικό σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα σταθερό δηλαδή και διαρκές αίτημα πνευματικής εξέλιξης.

 

Αναρωτιέμαι πώς σκέφτεται ένας συγγραφέας στους διαδρόμους του πανεπιστημίου και ένας ακαδημαϊκός ερευνητής στους διαδρόμους της λογοτεχνικής κοινότητας. Τι αντιφάσεις προκύπτουν από αυτή τη μετακίνηση;

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου περιχαρακωμένο, είναι αυτή η τρομακτική αντίσταση στην εξειδίκευση, για την οποία σου μίλησα. Θεωρώ, ότι μέσα μου πάντα αναδυόταν ένας ανταγωνιστικός πόλος: την ίδια στιγμή που πήγαινα να θεμελιωθώ ή να ταυτοποιηθώ μέσα σε κάποιον χώρο, πάντα αναδυόταν κάτι που αποσταθεροποιούσε τη θέση μου. Προσπαθώ να έχω όσο το δυνατόν περισσότερους συνομιλητές, πράγμα που είναι συχνά πολύ δύσκολο, να εκθέτω τη σκέψη μου σε διαφορετικούς ανθρώπους. Θέλω τελικά να υπάρχουν συνθήκες που θα υπονομεύουν την παγίωση των πραγμάτων, γιατί οι παγιώσεις σε εγκιβωτίζουν και δεν σε αφήνουν να κινηθείς ελεύθερα. Το γεγονός ότι υπάρχουν εντός μου δύο διαφορετικά πεδία, το λογοτεχνικό και το ακαδημαϊκό, με ικανοποιεί ως συνθήκη, στο βαθμό που το ένα δεν μου επιτρέπει να αφομοιωθώ τελείως από το άλλο. Δεν έχω σταθερή θέση σε κανένα από τα δύο. Στο ακαδημαϊκό δεν κατέχω κάποια μόνιμη θέση και στο λογοτεχνικό προσπαθώ απλά να καταθέτω κάθε φορά αυτό που αισθάνομαι ότι με καλύπτει στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Δεν σκέφτομαι αν αυτό συμπορεύεται με την εκδοτική παραγωγή και αν θα μπορούσε να ενταχθεί σε κάποιες κυρίαρχες τάσεις που πιθανόν να το έκαναν πιο προσιτό στους αναγνώστες και την κριτική. Είμαι λίγο αυτοκτονικός ως προς αυτό, γιατί σε καθένα από τα δύο πεδία φροντίζω να κάνω αυτό που πραγματικά με ικανοποιεί.

 

Η Λογοτεχνία θέτει κανόνες; Έχει διδακτικό – παιδαγωγικό χαρακτήρα; Ποια λογοτεχνία πιστεύεις ότι θεραπεύεις και πώς θα την όριζες, αν κάτι τέτοιο είναι, βεβαίως, εφικτό;

Θεωρώ ότι η λογοτεχνία έχει ένα πολύ σημαντικό ηθικό και πολιτικό βάρος, αλλά νομίζω ότι για να έχει τον οποιοδήποτε αντίκτυπο, πρέπει όταν κατατίθεται να είναι αισθητικά άρτια. Σε ό,τι με αφορά, θέλω η λογοτεχνία την οποία καταθέτω να είναι λογοτεχνία που γράφεται και παραδίδεται την κατάλληλη στιγμή. Γνωρίζω, ότι υπάρχουν θέματα που στην ηλικία αυτήν δεν μπορώ να διαχειριστώ ακόμα, γιατί δεν υπάρχει η εμπειρία και το βίωμα που θα επέτρεπαν μία ουσιαστική και σε βάθος εμπλοκή, αλλά και επειδή προχωρώ βήμα-βήμα προς τη μεγάλη φόρμα που πιστεύω είναι η καταλληλότερη για αυτά τα θέματα αλλά και συγγραφικά για εμένα.

Θεωρώ ότι όταν υπάρχει μια αυξημένη αυτοσυνειδησία ως προς τα θέματα που κατά κάποιον τρόπο αφορούν τον συγγραφέα, τον διαπερνούν ως άνθρωπο, σκέψη και λειτουργία, όταν συνειδητοποιεί με άλλα λόγια ότι ένα θέμα είναι σημαντικό σε υπαρξιακό, συναισθηματικό ή διανοητικό επίπεδο, όταν τον βοηθάει να προσανατολιστεί καλύτερα στη ζωή και στους ανθρώπους, όταν βρει τι είναι αυτό και όταν καταφέρνει να το αποδώσει με έναν τρόπο αισθητικά άρτιο, τότε παράγονται και επιμέρους κρίσιμα δυναμικά, όπως το ηθικό και το πολιτικό που εκφράζονται συχνά με το χαρακτήρα αναφορών και κανόνων. Αλλά και πάλι ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται ή υποδεικνύονται αποκτά σημασία και αξία από τον τρόπο με τον οποίο διαμεσολαβούνται αισθητικά. Πιστεύω πολύ σε αυτό, πιστεύω πως πρέπει να υπάρχει μια ανοιχτότητα στον τρόπο διαμεσολάβησης, και όχι μια a priori άποψη για τον παιδαγωγικό ή διδακτικό ρόλο της λογοτεχνίας. Αν πάρουμε τη χοντροκομμένη διάσταση ανάμεσα στην αυτόνομη και τη στρατευμένη τέχνη, θα έλεγα ότι κινούμαι περισσότερο στο κομμάτι της αυτόνομης παραγωγής, δηλαδή εμφορούμαι από κάποια ερωτήματα που θέλω να αναζητήσω, αλλά από εκεί και πέρα έχω πολύ μεγάλη πίστη στο λογοτεχνικό μέσο, στη διαδικασία της αισθητικής μορφοποίησης, στη λογοτεχνία γενικότερα ως μέσο έρευνας και αναζήτησης.

 

Υποθέτω ότι για αυτόν τον λόγο διακρίνουμε και στο έργο σου πολύ ισχυρές διακειμενικές αναφορές σε πολλά και διαφορετικά πεδία. Αναφέρω ενδεικτικά τους Beckett, Adorno και Celan. Για να το κάνω πιο συγκεκριμένο, θα ήθελες να μας μιλήσεις για τον τρόπο με τον οποίο μεταπλάθεις, στο Υπάρχει Επίσης (Βασισμένο στη ζωή και το έργο του Paul Celan) ένα ισχυρό πραγματολογικό πλαίσιο σε κείμενο μυθοπλασίας για το θέατρο; Ποια διαδικασία ακολουθείς και πώς μεταγλωττίζεις τον στοχασμό των ανθρώπων αυτών σε πρωτογενές έργο;

Το Υπάρχει επίσης γράφτηκε λίγο μετά το Γίνε ο ήρωάς μου! και με τον Beckett ασχολήθηκα σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής. Αυτό που με απασχολεί είναι να δω με ποιον τρόπο μπορεί να υπάρξει η φιλοσοφία στο εσωτερικό ενός λογοτεχνικού έργου, και όχι η φιλοσοφία ως φιλοσοφία. Το Υπάρχει επίσης είναι το αποτέλεσμα πολλών πραγμάτων: είναι αποτέλεσμα της διεργασίας που έγινε πάνω στο έργο του Beckett, και της συνομιλίας του με τον Adorno. Ο Adorno χρησιμοποιεί τον Beckett, για να χτυπήσει τον Υπαρξισμό και τον Heidegger, και το ένα έφερε το άλλο. Ο Celan, δηλαδή, τοποθετείται με έναν προνομιακό τρόπο σε αυτό το τρίγωνο, που γίνεται τετράγωνο: Adorno, Beckett, Heidegger και Celan. Ο τελευταίος, έχει διακριτή σχέση με τον Heidegger και τον Adorno και σε μεγάλη εκτίμηση τον Beckett, που όμως δεν θα συναντήσει ποτέ. Έτσι, την ίδια στιγμή που άρχισα να συμπληρώνω τη γεωμετρία των πραγμάτων, την ίδια στιγμή άρχισαν να μου δίνονται αφορμές δραματοποίησης, και ταυτόχρονα να αναδεικνύεται και ένα στοιχείο ίντριγκας μεταξύ των προσώπων αυτών. Αυτό ήταν το πρώτο στοιχείο, η πρώτη αφορμή συγγραφής του έργου. Η δεύτερη αφορμή δόθηκε όταν πήγα το 2010 στη Γαλλία. Τότε είχα μικρή εποπτεία του έργου και της ζωής του Celan. Ξαφνικά όμως, άρχισα να τον συναντώ συνεχώς μπροστά μου. Έμπαινα σε βιβλιοπωλεία και έβλεπα βιβλία για αυτόν που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, έπεφτα πάνω σε διαλέξεις, έμαθα ότι πολλοί σύγχρονοι γάλλοι στοχαστές έχουν γράψει για αυτόν, όπως ο Derrida, ο Blanchot ή ο Gadamer. Ο Adorno για λόγους που εξηγώ στο επίμετρο που συνοδεύει το Υπάρχει επίσης δεν έγραψε ποτέ κάτι ολοκληρωμένο για τον Celan. Σχετικά πρόσφατα όμως, κυκλοφόρησε η αλληλογραφία τους. Ήρθα, συνεπώς, αντιμέτωπος, με ένα πλούσιο υλικό που μπορούσα να ταυτοποιήσω, να μελετήσω και να κατανοήσω. Το πιο σημαντικό, όμως, από τα ερωτήματα, που τροφοδότησε αυτόν τον «διάλογο», ήταν το γιατί αυτοκτόνησε. Το ερώτημα της αυτοκτονίας αποτελεί και βασική θεματική του Γίνε ο ήρωάς μου!, αλλά και της δουλειάς, που έχω κάνει πάνω στον Adorno. Θεωρώ, ότι οι ποιητές έχουν μια πολύ ιδιαίτερη ευαισθησία, ως προς αυτό το οποίο παράγουν, γιατί είναι κάτι πολύ βιωματικό και πολύ προσωπικό. Στον Celan, συνειδητοποίησα ότι αυτό έγινε στον υπερθετικό βαθμό.

Τελικά, για να καταλήξω στο κείμενο ως κείμενο, όλα τα παραπάνω ήταν ένα υπόστρωμα που μου πρόσφερε μια δραματουργική αφορμή. Το γεγονός της μη συνάντησης ανάμεσα στους Adorno και Celan θεωρώ ότι έχει αναφορές και στη δική μας πραγματικότητα. Πολλές φορές επιδιώκουμε να υπάρξει μια συνάντηση και τελικά συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με όρους που δεν θα υποσκάπτουν αυτό το οποίο είμαστε. Θέλω να πω, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να συναντήσεις κάποιον με όρους που να σε ικανοποιούν, να τον συναντήσεις και να συνομιλήσεις, να επικοινωνήσεις και νομίζω ότι αυτό μας αφορά με έναν ευρύτερο τρόπο. Νομίζω ότι και η τέχνη αυτό είναι: προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε κάποια πράγματα, που δεν μπορούν να επικοινωνηθούν με άλλους τρόπους και αισθητικά τουλάχιστον θέτουμε τους όρους με τους οποίους θα πραγματοποιηθεί αυτή η επικοινωνία. Τελικά, η ίδια η διαδικασία της γραφής και της τέχνης είναι μια προνομιακή μορφή συνομιλίας.

Μπήκα σε μια διαδικασία να γράψω, λοιπόν, ένα κείμενο για το θέατρο ακριβώς γιατί πίστευα ότι κάποια πράγματα μπορούσαν να αποδοθούν καλύτερα από ό,τι με άλλους τρόπους και γιατί θεωρώ ότι το θέατρο έχει πολλές δυνατότητες στη διασταύρωσή του με άλλα είδη. Σε επίπεδο καλλιτεχνικής πρακτικής με ενδιαφέρει πολύ αυτό που θα λέγαμε διαμεσικότητα, το πώς δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί ένα κείμενο, με φωτογραφία ή σκηνικά, με έναν τρόπο όμως που θα συμβάλει στη διαύγεια και όχι στη συσκότιση του νοήματος.

 

Θα σε ενδιέφερε να διευρύνεις την αναλογία του Υπάρχει Επίσης σε ένα ευρύτερο έργο, όχι θεατρικό κατ’ ανάγκην, δεδομένου του ενδιαφέροντός σου για την ανάδυση με λογοτεχνικούς όρους φιλοσοφικών και αισθητικών ζητημάτων;

Έχω ήδη ένα ακόμα θεατρικό έργο έτοιμο, το «Φάσμα μιας υπόσχεσης» και κάποια άλλα που είναι in progress. Το Υπάρχει επίσης είναι η μοναδική περίπτωση έργου μου, που χρησιμοποιώ χαρακτήρα, ο οποίος υπήρξε στην πραγματικότητα. Αυτό που θα μπορούσα να σου πω ήδη για το «Φάσμα μιας υπόσχεσης» και την ενδεχόμενη διεύρυνση του Υπάρχει επίσης αλλά και για τον τρόπο που συναρθρώνονται όσα έχω κάνει ως τώρα, είναι πως με απασχολεί πολύ η θεματική του Ποιητή, η θεματική της αυτοπραγμάτωσης και το πώς η κοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε έναν κατακερματισμό, μια αδρανοποίηση, μία ατροφία πολύ ουσιαστικών πραγμάτων.

Νομίζω, ότι κάποια στιγμή θα με ενδιέφερε πολύ να εξερευνήσω ένα υλικό, το οποίο μπορεί να ταυτιστεί εύκολα με ένα πραγματολογικό πλαίσιο. Ας πούμε, στο Γίνε ο Ήρωάς μου! οι πραγματολογικές αναφορές είναι πολύ αφηρημένες, στο Υπάρχει επίσης υπάρχει υπαινιγμός, αφαίρεση, γίνεται η σύνδεση με τον Celan, αλλά ως εκεί. Θα μου άρεσε κάποια στιγμή να έχω ως αφετηρία ένα πραγματικό γεγονός ή ένα ξεκάθαρο ιστορικό πλαίσιο και να επενδύσω πάνω σ’ αυτό, αλλά θεωρώ ότι δεν είμαι έτοιμος ακόμη. Μιλώ, δηλαδή, για ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως ιστορικό, αλλά θέλω να το κάνω με τρόπο που θα δένει αρμονικά με ό,τι έχω κάνει ως τώρα. Αν λάβει κάποιος υπόψη τις αναφορές που έχω ως τώρα ή αυτούς που έχω μελετήσει συστηματικά, δεν είναι τόσο προφανές ότι θα μπορούσα να γράψω κάτι τέτοιο. Αλλά θα ήθελα κάποια στιγμή να αντλήσω από ένα πολύ συγκεκριμένο πραγματολογικό υλικό, να έχω ως χαρακτήρες ανθρώπους που πραγματικά έχουν υπάρξει και να μελετήσω μεταβλητές, που είναι ακόμα υπό διερεύνηση μέσα μου.

 

 

Θεωρείς ότι η κοινωνία επιδρά κατασταλτικά, ακρωτηριάζει κάποιες από τις πλευρές της ποιητικής ταυτότητας;

Θεωρώ καταρχήν, ότι η Ποίηση είναι ένας πολύ συγκεκριμένος τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας, μια πολύ συγκεκριμένη στάση απέναντι στα πράγματα και πως αν το έχει μέσα του ένας άνθρωπος πρέπει να ασχοληθεί με αυτό. Διαφορετικά οχυρώνεται σε ταυτότητες, τις οποίες ενθαρρύνει και ο τρόπος που είναι διαρθρωμένη η κοινωνία. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός, τα βιοποριστικά προτάγματα, η εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, η καθημερινή και συνεχής αξιολόγηση του τι κάνουμε, του τι θα έπρεπε να κάνουμε, τι είναι συμβατό με αυτό που είμαστε και τι όχι, είναι μόλις μερικά παραδείγματα. Θεωρώ, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να πει κάποιος ότι είναι πλασμένος για κάτι, ότι αυτό το κάτι του παρέχει τη βάση για να πορευτεί στη ζωή του. Θεωρώ, επίσης, πως δεν είναι καθόλου προφανές να υποστηρίξει κάποιος και να διεκδικήσει την υπόστασή του ως ποιητής με τη γενικότερη έννοια, δηλαδή με την προδιάθεση παραγωγής ενός καλλιτεχνικού έργου.

Το εξετάζω στον Celan αυτό, εννοώ την αντιπαραβολή του με τη φιλοσοφία, εξετάζω δηλαδή το πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η προσέγγιση των ίδιων φαινομενικά πραγμάτων από έναν Ποιητή και έναν Φιλόσοφο, το πόσο διαφορετικά συλλαμβάνουν τα ίδια πράγματα.

 

Τις αναφορές και τις επιρροές σου τις διάλεξες ή σε διάλεξαν;

Πιστεύω πολύ στη διαίσθηση, η διαίσθηση όμως δεν είναι κάτι που πλανάται στον αέρα, αλλά κάτι που τροφοδοτείται και καλλιεργείται διαρκώς από την τριβή μας με τα πράγματα. Την θεωρώ ύψιστης μορφής εμπειρία. Για να επιστρέψω στην ερώτηση, νομίζω ότι με συνάντησαν και τους συνάντησα. Δεν γνώρισα ξαφνικά τον Adorno και έμεινα εκεί. Υπήρξε μια ενδελεχής χαρτογράφηση της φιλοσοφικής παραγωγής. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου προφανές εξαρχής ότι ήθελα να ασχοληθώ με την αισθητική. Άρχισα ξαφνικά να διαβάζω πολύ φιλοσοφία, και μου πήρε πολύ καιρό μέχρι να καταλήξω στον Adorno. Είχα μία μεταβαλλόμενη και διαβαθμισμένη σχέση με τη φιλοσοφία. Το ένα έφερε το άλλο. Με συνάντησαν γιατί ήμουν σε μια διαρκή αναζήτηση, τους έψαχνα με άλλα λόγια. Εν ολίγοις, νιώθω πως όλα αυτά μοιάζουν με ένα πάζλ, κάπου μπαίνει ένα κομμάτι και το κομμάτι αυτό το κρατάς σε μια συγκεκριμένη θέση, γιατί βλέπεις ότι έχει νόημα να παραμείνει εκεί, ότι συντελεί στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας.

 

Αισθάνθηκες ποτέ παγιδευμένος από τη φιλοσοφία; Αναφέρομαι κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείς φιλοσοφικού τύπου αναφορές στο έργο σου και φυσικά στο ενδεχόμενο να ταυτιστεί η λογοτεχνική σου παραγωγή με κάποια συγκεκριμένη «σχολή».

Επί της αρχής θα σου έλεγα ότι φοβάμαι πολύ να ταυτοποιήσω ακόμα οτιδήποτε κάνω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αρνούμαι να ταυτοποιήσω την παραγωγή μου με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Να στο πω διαφορετικά: εάν μπορούσα να εξαντλήσω τα αιτήματα, που μου απευθύνει η εμπειρία και ο ψυχισμός μου, μέσα από μια καθαρά μεθοδολογικού ή φιλοσοφικού τύπου πραγμάτευση, δεν θα έγραφα λογοτεχνία. Είμαι, επίσης, πάρα πολύ αρνητικός –στην καλύτερη περίπτωση– και εχθρικός –στη χειρότερη–, απέναντι σε ό,τι έχει να κάνει με τη φιλοσοφία. Ξέρω ότι όλα αυτά μπορεί να ακούγονται αντιφατικά και παράδοξα. Παρ’ όλα αυτά αισθάνομαι μεγάλη δυσφορία όταν έρχεται η ώρα να συγκεκριμενοποιήσω αντλώντας από τη μία ή την άλλη παράδοση. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια συγκεκριμενοποίηση τέτοιου τύπου, ότι είναι μια μορφή αυτοπαγίδευσης και καθόλου ενθαρρυντική παράμετρος για μία αισθητική παραγωγή. Στην τέχνη, αν θεωρήσουμε ότι αυτό που κάνω είναι τέχνη, με ενδιαφέρει περισσότερο να δείξω όλες αυτές τις δυναμικές, οι οποίες λειτουργούν με έναν τρόπο φυγόκεντρο ως προς τη συστηματοποίηση, τη συγκεκριμενοποίηση, την απολυτοποίηση. Και την ίδια στιγμή με ενδιαφέρει να δείξω τις παθογένειες, που αναπτύσσονται όταν κάποιος προσπαθεί να λειτουργήσει με κλειστές λογικές, με φανατισμό και δογματισμό. Όλοι αυτοί οι -ισμοί είναι πολύ κλειστοί και πολύ απλοϊκοί τρόποι σύλληψης των πραγμάτων και αφήνουν με έναν πολύ βίαιο τρόπο έξω από τη σύλληψή τους ζωτικά πράγματα που βασίζονται στον συσχετισμό, στη σχέση με τον άλλον. Αυτός είναι και ο βασικός μου σκοπός. Θα ήθελα κάποια στιγμή να καταλήξω σε έναν τρόπο γραφής, που θα είναι τελείως απελευθερωμένος. Δηλαδή, θα είναι μία γραφή που δεν θα μπορεί εύκολα να ταυτοποιηθεί ως προς τις αναφορές της.

 

Απαντά κάποια στιγμή ο Beckett, στο ερώτημα του Duthuit σχετικά με το τι είδους Τέχνη προτιμά ο δημιουργός: «Την έκφραση πως δεν υπάρχει τίποτα να εκφραστεί, τίποτα με το οποίο να εκφραστεί, τίποτα από το οποίο να εκφραστεί, καμία δύναμη να εκφραστεί, μαζί με την υποχρέωση να εκφραστεί». Ποια είναι η δική σου ανάγνωση στον παραπάνω αφορισμό, που συμπεριλαμβάνεται στους Τρεις Διαλόγους (Γαβριηλιδής, 2016), που μετέφρασες;

Αυτή είναι μία πολύ προκλητική δήλωση, διατυπωμένη το 1949, όταν ο Beckett ήταν ήδη συγγραφέας, αλλά όχι ο συγγραφέας που γνωρίζουμε σήμερα. Αυτός ο αφορισμός, που διατυπώθηκε στους Διαλόγους, είναι και μια πρώτη διατυπωμένη σύνοψη των αισθητικών του πιστεύω. Ήταν η περίοδος που έγραφε και τον Ακατονόμαστο. Ουσιαστικά αυτό που λέει είναι το εξής: πρέπει οι συμβάσεις της καλλιτεχνικής παραγωγής να αλλάξουν επίπεδο αναφοράς. Δηλαδή, πρέπει να δούμε τα πράγματα από την άλλη πλευρά, με άλλα λόγια να δούμε τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να έχουμε μια ολοκληρωμένη αναπαράσταση, τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να έχουμε μια πληρέστερη εποπτεία του κόσμου. Από το πεδίο της γνώσης ή της ικανότητας, που πρέσβευαν οι συγγραφείς του εφικτού ή της παντογνωσίας, ο Beckett λέει ότι πρέπει να μεταβούμε στο επίπεδο όπου είναι κυρίαρχα η άγνοια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση. Με άλλα λόγια, λέει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα αναφοράς της αναπαραστατικής διαδικασίας και μέχρι τώρα το προβάδισμα το είχε ο πόλος, που θεωρούσε ότι η αναπαραστατική διαδικασία μπορούσε να αποτυπώσει με έναν πολύ τεκμηριωμένο και ακριβή τρόπο τα πράγματα και ότι υπήρχε το περιθώριο να αναπτυχθούν κι άλλες τεχνικές για να έχουμε μια ακόμη πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση των πραγμάτων. Ο Beckett, λέει, ότι τελειώσαμε με αυτό το επίπεδο, και ότι πια πρέπει να εισέλθουμε σε μια αρνητικού τύπου αντιμετώπιση της αναπαραστατικής διαδικασίας των πραγμάτων, ώστε να δούμε τι είναι αυτό που υπονομεύει και υποσκάπτει την ολοκληρωμένη, την ορθή πρόσληψη των πραγμάτων. Φυσικά το πέτυχε με έναν εκπληκτικό τρόπο, γιατί δεν έκανε απλώς αυτήν την μετατόπιση στην αναφορά, αλλά μπόρεσε να την υποστηρίξει και με πολύ συγκεκριμένους αισθητικού τύπου χειρισμούς.

 


βιβλία:

 

Γίνε ο ήρωάς μου! (Μυθιστόρημα), Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Υπάρχει επίσης (Θεατρικό έργο), Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.

 
 

μεταφράσεις:

 

Samuel Beckett, Τρεις Διάλογοι, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016.

Samuel Beckett, Τελευταία Τριλογία, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016.

παρα/τήρηση