Το βιβλίο θα μπορούσε να λέγεται «Το Βιβλίο με τα τέσσερα Πρόσωπα»˙ ή να λέγεται «Βιβλίο Σταθμών». Η ποιήτρια το ονομάζει τελικά «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια». Το ποιητικό τούτο υλικό ταξινομείται σε τέσσερις χώρους – όσες και οι ενότητες του βιβλίου: στο «Ζωολογικό Κήπο», την «Κρύπτη», το «Εγκληματολογικό Μουσείο», το «Πάρκο». Η στάθμευση του ποιητικού υποκειμένου στους χώρους και η εξερεύνηση αυτών σηματοδοτεί και σηματοδοτείται από την ταυτόχρονη ηλικιακή μετατόπισή του. Με άλλα λόγια κάθε χώρος – ενότητα του βιβλίου συνδηλώνει τη μετάβαση από ένα ηλικιακό εύρος σε ένα άλλο. Δεν είναι επακριβώς σαφής η σχέση αίτιου-αιτιατού μεταξύ «χώρου αθλοπαιδιάς» και ηλικίας: το παιχνίδι αλλάζει επειδή μεγαλώνουμε ή μεγαλώνουμε επειδή αλλάζουμε τα παιχνίδια μας;

Το τέχνασμα της Σιώζιου έγκειται σε μια σειρά πρωτεϊκών μεταμορφώσεων των συμβόλων που χρησιμοποιεί. Τα παιδικά της παιχνίδια ριζώνουν στους τόπους – ενότητες και περιθάλπουν βιώματα, συναισθήματα, μνήμες και εαυτούς. Επ’ ουδενί δεν πρέπει να θεωρηθεί πως όλα τα παιδικά παιχνίδια λειτουργούν επουλωτικά, παρηγορητικά ή παραμυθητικά. Αρκετά εξ αυτών καταδιώκουν, καταπίνουν, προετοιμάζουν τον εαυτό.

Τα «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια» είναι ένα βιβλίο υπόγεια και προοδευτικά συνθετικό. Η σύνθεση επιτυγχάνεται αρτιότερα όσο σφυρηλατείται το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο από την εμπειρία του χρόνου. Οι τρεις πρώτες ενότητες, περίπου ίδιας έκτασης προετοιμάζουν την τέταρτη και πολύ συντομότερη ενότητα «Στο πάρκο», που αποτελείται μόλις από πέντε ποιήματα (η πρώτη ενότητα αριθμεί δεκατέσσερα, η δεύτερη έντεκα, η τρίτη δεκατρία)˙ όλα ποιήματα επιλογικά, συγκεφαλαιωτικά ή εν τέλει καταφατικά στο άτρεπτο της ενηλικίωσης. Κατορθώνουν και στήνουν έναν διάλογο ανάμεσα στον εαυτό και το αντικείμενο, είτε αυτό είναι παιδικό παιχνίδι είτε ακόμα μια μορφή παιδικής φαντασίωσης, αναπαράστασης ή ανάσυρσης μιας μνήμης, μιας πληγής ή νοσταλγίας. Καθώς η αφήγηση προχωρά, η φαντασία υποχωρεί. Τα ποιήματα βαθαίνουν σε έναν κόσμο ακόμα πιο υλικό, πιο συγκεντρωτικό που καταφάσκει στην αφή. Ο εαυτός δεν ταυτίζεται με το παιχνίδι, δεν συγκεντρώνει εκεί τον κόσμο του, αλλά απεναντίας ενηλικιώνεται και γίνεται ο ίδιος ο εαυτός παιχνίδι του: μοιάζει τούτο με την αυτοπάθεια της ποιητικής πράξης, ο ποιητής πάσχει από αυτοάνοσο νόσημα.

Τα χρήσιμα παιδικά παιχνίδια είναι ένα βιβλίο τεσσάρων (τουλάχιστον) προσώπων. Άκρως ενδιαφέρουσα είναι και η μέθοδος με την οποία η Σιώζιου τοποθετεί το έμφυλο ποιητικό υποκείμενο στο κάδρο, αλλάζει μορφή ως χαμαιλέοντας: γίνεται η δυνατοπόδαρη / η λειποπρόσωπη / η χωματοσκεπασμένη / η απαλοματούσα / η χλωρόκαρδη / η πικροφέρουσα / η φωτοκόπτουσα / η σκοταδοφορεμένη: γίνεται η γυναίκα με τις πολλές ηλικίες˙ κουβαλά το καλό, αλλά και το κακό. Κυρίως όμως κουβαλά τον ενδιάμεσο γκρίζο χώρο της Ιστορίας, το χώρο που απλώνεται πέρα από τις ηλικίες και τα πρόσωπα που υπήρξαμε.

Αυτός ο ενδιάμεσος γκρίζος χώρος, εν τέλει, ηχεί εν μέσω «ακουστών» ρυθμών και παραδοσιακών μοτίβων που πάλλονται. Οι αναφορές της ποιήτριας –ομοίως– ακούγονται και ηχούν αναμορφωμένες, αναγνωρίζονται, ενίοτε ομολογούνται, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, δεν είναι τα διακείμενά της που συγκροτούν τη χρησιμότητα του παιχνιδιού της. Η Σιώζιου στο πρώτο της ποιητικό βιβλίο δημιουργεί προϋποθέσεις θαρραλέας, στιβαρής συνέχειας, πυκνής γραφής και αναμέτρησης με την Ιστορία, την ταυτότητα, το χρόνο. Χρήσιμα και τα τρία ακριβώς εξαιτίας της σκληρότητας και της νομοτέλειάς τους.

παρα/τήρηση